Εκτύπωση

Ματαιωμένες Πορείες

Συγγραφέας: Σουλτάνα Γαλατσίδα.... Δημοσίευση στη κατηγορία Η Σουλτάνα Γαλατσίδα γράφει

Σας άρεσε το άρθρο?
(0 ψήφοι, μέση τιμή 0 από τα 5 αστέρια)

 

dromos πορεία πρώτη: "το γλέντι"

Ο Μεμάς στέκεται στην πόρτα του ταβερνείου του, απόγεμα Μάη, έξι η ώρα κι ο ήλιος ακόμη ψηλά. Καπνίζει κοιτώντας πέρα στον παραλιακό δρόμο, σαν να αναπολεί....

 

Μόλις έστρωσε τα τραπέζια με τα απαραίτητα και περιμένει ν΄ αρχίσουν να έρχονται οι μερακλήδες πελάτες, που έκλεισαν αγκαζέ, απόψε το μαγαζί, για να γιορτάσουν κάποια επέτειο κοινή για όλους.

 

Στην κουζίνα εν τω μεταξύ ετοιμάζονται τα μεζεκλίκια και τα υπόλοιπα πιάτα, ενώ οι μουσικοί έχουν ήδη τελειώσει την πρόβα τους και τώρα ξεκουράζονται κι αυτοί, έχοντας αφήσει το καθένα από τα όργανα, στην θέση του, πάνω στον χώρο της ορχήστρας.

Σε λίγο καταφτάνουν οι πρώτοι της παρέας.... Ο Αντρέας με την Ισμήνη. Ο Τάσος, ο Στρατής, η Ανθή, η Μαγδαληνή με τον Λεωνίδα, ο Παρασκευάς....... Όλοι τους προετοιμασμένοι για το κέφι που πρόκειται να ακολουθήσει....

--Καλώς τους! Περάστε..... Περάστε. Ο Μεμάς ξεκίνησε τα καλωσορίσματα με το χαμόγελο φορεμένο μόνιμα στα χείλια και το βλέμα ειλικρινά ευγενικό.....

Η πρώτη παρέα περνάει και κάθεται στις θέσεις της, στο τραπέζι πλάϊ στην πίστα, ..... να βλέπουν από κοντά την ορχήστρα.

--Προσεγμένο μαγαζί. Καλαίσθητο. Παρατηρεί η Ανθή. Κι ο Αντρέας προσθέτει τον ενθουσιασμό του: --Πολύ καλά έκανες και το διάλεξες Λεωνίδα. Αν είναι και το φαγητό καλό, θα περάσουμε περίφημα....

Εν τω μεταξύ, ο Μεμάς καλωσορίζει τους επόμενους πελάτες... Ο Αντώνης, ο Κωστής με την Μαριάνθη, ο Γιάννης με την Καλλιόπη, η Στεφανία, ο Γιώργης, ο Ορέστης με την Χριστίνα, η Νάντια, ο Παντελής....

Οι μουσικοί παίρνουν την θέση τους στην ορχήστρα, το τραγούδι "ο γυάλινος κόσμος" αρχίζει να κυριεύει την ατμόσφαιρα του μαγαζιού.... και η διάθεση των φίλων ξεκινάει την χαρούμενη "ανηφόρα" της.......

" Να σου δώσω μια, να σπάσεις, αχ βρε κόσμε γυάλινε.............."...........

...................... Ο Παρασκευάς σηκώνεται για το αγαπημένο του ζεϊμπέκικο, συνοδευόμενος από τα παλαμάκια στον ρυθμό του τραγουδιού ...... Είναι άφταστος ο Παρασκευάς στο ζεϊμπέκικο. Του το αναγνωρίζουν όλοι και του ζητούν πάντα να τους χαρίσει τις ασίκικες γυροβολιές του.......

......Μόνο που, ξαφνικά εμφανίζεται ο Μεμάς ο ταβερνιάρης, που τρέχοντας προς την ορχήστρα, αρπάζει το μικρόφωνο κάτωχρος και αλαφιασμένος....

Το τραγούδι, ο χορός του Παρασκευά, τα παλαμάκια, τα χαμόγελα...., μετέωρα όλα. Σαν παγωμένη εικόνα στην οθόνη του σινεμά. Μόνο η φωνή του ομιλητή κυματίζει στον τεράστιο χώρο, λαχανιαστή... αγριεμένη και φοβισμένη μαζί...

-- Έξω.... στην παραλία... Το καϊκι.... Οι άνθρωποι. Δεν ξέρω πόσοι είναι οι νεκροί... Παιδιά πολλά. Μανάδες. Γυναίκες έγκυες..... Σηκωθείτε! ...Πάμε... Τέρμα οι χοροί. Τέρμα η χαρά μας...... Έξω λυσσομανάει ο θάνατος! Πάμε! ...Όλοι!

............... Κι ύστερα, .....έξω, κάτω από το φως των αστεριών και του νιοφέγγαρου, οι μέχρι πριν λίγο χορευτές της ειρήνης ξεχύνονται στην ακτή, για να ανακαλύψουν αλλόφρονες, τους ζωντανούς και τους νεκρούς...... σωριασμένους πλάϊ στο κύμα. Τους πνιγμένους και τους σωσμένους..... Ανθρώπινα πλάσματα άλλου κόσμου, εκεί δίπλα στον χώρο του γλεντιού, δίπλα στις μουσικές..... Το κλάμα, ή η σιωπή του άλλου κόσμου που ξεκίνησε να έρθει εδώ να ανταμώσει τον πολιτισμό.... και την ειρήνη....., για να γευτεί τον πόλεμο και εδώ..... Για να νιώσουν του βάρβαρου το χέρι και εδώ..... Μέσα στην θάλασσα της Μεσογείου... Μέσα στο Αιγαίο. Ανάμεσα στους θρύλους και την τόση ομορφιά.........

πορεία δεύτερη: "Η διαφυγή"

Όταν ξεκίνησε το πλοιάριο από το λιμάνι, ο ήλιος μόλις έσκαγε με το πορτοκαλί του ύφος. Χάραζε. Πρωϊνή ψύχρα κι όλοι οι επιβαίνοντες στριμώχνονταν μεταξύ τους, για νάρθουν πιο κοντά, να ζεσταθούν απ΄ τις ανάσες τους.....

--Θάχουμε καλό καιρό καπετάνιε; Ρώτησε ο Αχμέτ τον τιμονιέρη του πλοίου.

--Έτσι είπαν. Μην ανησυχείτε. Εκτός απροόπτου... όλα θα πάνε καλά...

Τα βουνά απέναντι φάνταζαν κάστρα θεόρατα που περίμεναν τους .....επιδρομείς να τα καταλάβουν. ... Στα μάτια του Αχμέτ δεν έλεγε να σβήσει ο φόβος που τον ακολουθεί χρόνια τώρα... Κι αυτόν και τους άλλους... Δεν μιλούσε, για να μην ξοδεύει δυνάμεις... μέχρι να φτάσουν στα απέναντι βουνά.... Στα κάστρα των ελπίδων τους.................

Το πλοιάριο ταξίδευε με τους ήχους τους.... βογγητά απλωμένα στα κύματα. Με τους φοβισμένους ανθρώπους κουρνιασμένους τον έναν πλάϊ στον άλλον.... Ωστόσο ο αγέρας έτσι όπως φυσούσε ακατάπαυστα, κατάφερε να απλωθεί πάνω τους σαν σεντόνι... σαν ολόσωμη προστασία........., ως εκείνη τη στιγμή που η τρελλαμένη φωνή ξέσκισε την σιωπή των "ταξιδιωτών"....

--Μπάζει νερά!

Ο πολλαπλασιασμένος φόβος στα μάτια του Αχμέτ, τα άνοιξε διάπλατα. Πετάχτηκε όρθιος και όρμησε στον καπετάνιο...

--Το ήξερες το .....απρόοπτο, καπετάνιε;

Τον άρπαξε απ΄τον λαιμό. Οι υπόλοιποι "ταξιδιώτες" φάνηκαν να στέκονται ακίνητοι στο σημείο που βρίσκονταν, σαν κορμιά που τα αγαλμάτωσε λάβα..... Ούτε φωνή, ούτε έκφραση στο πρόσωπο, ούτε ανάσα. Κι ο καπετάνιος που το ήξερε το απρόοπτο, αποτίναξε από πάνω του τον παραλοϊσμένο Αχμέτ και μ΄ένα -λες, προμελετημένο- σάλτο άρπαξε το σωσίβιο δίπλα του και πήδηξε στη θάλασσα.

Ήταν τότε που ο τρόμος έφυγε από τα μάτια του Αχμέτ και ουρλιάζοντας άρχισε να παροτρύνει τους άλλους να φορέσουν τα σωσίβια και να πηδήξουν στη θάλασσα.

......................Δεν μπόρεσε να αντιληφθεί πόσοι απ΄όλους τα κατάφεραν..., παρά αφ' ότου ξεβράστηκε στην στεριά, ύστερα από ώρες αγωνίας μέσα στο νερό......

Ήταν κι άλλοι τριγύρω...... Αρκετοί ζωντανοί. Άκουγε τις ανάσες τους και τα βογγητά... Κι ένα συνεχές σιγανό κλάμα, που άπλωνε τους ήχους του σ΄όλη την ακτή και την σκέπαζε σαν πάχνη......, σαν ιαματική αλοιφή.... πάνω σε πληγή..... Σαν μια λυτρωτική κατάπαυση του τρόμου..... Εκεί μέσα στην θάλασσα του Αιγαίου....... Ανάμεσα στους θρύλους και την τόση ομορφιά....... Ανάμεσα στους μέχρι πριν λίγο Έλληνες χορευτές του ζεϊμπέκικου.

Ο Αχμέτ έκλεισε τα μάτια του, ανήμπορος να διατηρήσει πια τις ερειπωμένες του αντοχές------

05-05-2014

 

Σουλτάνα Γαλατσίδα Τριανταφυλλίδου

 

Share

2009©Kavalacity.net