Εκτύπωση

Νοέλ Μπάξερ: «Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος»

Συγγραφέας: Χρυσούλα Βακιρτζή.... Δημοσίευση στη κατηγορία Εν αρχή ήν ο λόγος

Σας άρεσε το άρθρο?
(1 ψήφος, μέση τιμή 5.00 από τα 5 αστέρια)
Μυθιστόρημα, εκδόσεις Ψυχογιός 2013, σειρά Ελληνική Λογοτεχνία
Γράφει η βιβλιοκριτικός Χρυσούλα Βακιρτζή

TH NYXTA POY GYRISEΗ μετανάστευση από και προς έναν τόπο αποτελεί μια φυσιολογική, αναπόφευκτη και διαρκή διαδικασία που συμβαίνει είτε μας αρέσει είτε όχι. Κατανοώντας τη διαδικασία αυτή και χρησιμοποιώντας την προς το κοινό συμφέρον θα μπορέσουμε να την εκμεταλλευτούμε προς όφελος τόσο εκείνων που μεταναστεύουν όσο και εκείνων που υποδεχόμαστε.

Συνολικά, παρατηρούμε ότι οι παραδοσιακές ελληνικές οικογενειακές αξίες διαφέρουν από γενιά σε γενιά και αναλόγως του τόπου κατοικίας (αστική/αγροτική, εντός Ελλάδος/εκτός Ελλάδος). Διαφέρουν επίσης μεταξύ των Ελλήνων που έχουν μεταναστεύσει: όσοι ζουν στον Καναδά, όπου υποστηρίζεται η πολιτιστική ποικιλότητα, έφεραν αποτελέσματα πλησιέστερα

προς εκείνα των κατοίκων στην Ελλάδα και δεν παρουσίαζαν απόκλιση από τις παραδοσιακές αξίες από την πρώτη στη δεύτερη γενιά μεταναστών. Συνεπώς, αλλαγές στη συμπεριφορά πράγματι συμβαίνουν, αλλά με τρόπους οι οποίοι σχετίζονται με το πολιτιστικό πλαίσιο στο οποίο ζουν οι άνθρωποι αυτοί.

Η ψυχική υγεία των Ελλήνων πρώτης και δεύτερης γενιάς που ζουν στον Καναδά (Τορόντο), χρησιμοποιώντας διάφορες μετρήσεις επιπολιτισμικών εμπειριών, επιπολιτισμικού στρες (κατάθλιψη, άγχος) και επιπολιτισμικών στρατηγικών. Δεν διαπιστώθηκαν διαφορές στην κατάσταση της ψυχικής υγείας μεταξύ των μεταναστών πρώτης και δεύτερης γενιάς. Ωστόσο και στις δύο γενιές διαπιστώθηκε θετική αναλογία ανάμεσα στο στρες και στη στρατηγική περιθωριοποίησης, όπως άλλωστε είχε προβλεφθεί.

Μελέτες ερευνητών εξέτασαν τέσσερις ομάδες νέων μεταναστών στον Καναδά (Μόντρεαλ): από την Ελλάδα, την Αϊτή, την Ιταλία και το Βιετνάμ. Η ομάδα ερευνητών επικεντρώθηκε σε στρατηγικές επιπολιτισμού, η πολιτιστική ταυτότητα, οι φιλικές σχέσεις, η αντίληψη των διακρίσεων, η αυτοεκτίμηση και οι ακαδημαϊκές επιδόσεις. Οι νέοι Έλληνες είχαν την εντονότερη ταύτιση με την πολιτιστική τους κληρονομιά, είχαν τη μεγαλύτερη αναλογία φίλων της ίδιας εθνικότητας και τον μεγαλύτερο βαθμό αυτοεκτίμησης.

Τις σκέψεις αυτές έχω στο μυαλό μου, καθώς ξεφυλλίζω το ενδιαφέρον μυθιστόρημα της Νόελ Μπάξερ «Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος»(Ψυχογιός, σελ, 440). Υπόθεση. Η Σουλτάνα

έχει μπροστά της μια ολόκληρη νύχτα για να κάνει μια καινούργια αρχή... Με την ελπίδα ότι την αυγή θα ξημερώσει μια νέα μέρα. Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος, τη νύχτα που γίνεται πενήντα χρόνων και ξεκινάει το δεύτερο μισό της ζωής της, θα συναντήσει το παρελθόν της και θα απελευθερωθεί. Μεγαλωμένη από τη γιαγιά της στο παλιό Κουρουτζού, το καπνοχώρι της Καβάλας, καταφύγιο των προσφύγων του Πόντου, κουβαλάει το βάρος του εκτοπισμού των δικών της και ένα οικογενειακό μυστικό που την εμποδίζει να ζήσει το παρόν ελεύθερη.

Μια κοριτσίστικη πλεξούδα και ένα έγκλημα στη σύγχρονη Αθήνα θα είναι η αφορμή για να ανοίξει το παλιό, σκουριασμένο κουτί από μπισκότα... Ένα αλησμόνητο ταξίδι στην ιστορία ενός λαού που κρατάει τη μνήμη της χαμένης πατρίδας του, και, ταυτόχρονα, το πορτρέτο μιας σύγχρονης γυναίκας που βρίσκει τη δύναμη να χαράξει τον δικό της δρόμο στη ζωή.

Η Σουλτάνα Καπαγιαννίδου, μια σύγχρονη και δυναμική γυναίκα της εποχής μας, καθισμένη στο καφενείο του Τούρκου ξαδέρφου της, στην Κερασούντα, του μιλάει στη γλώσσα της, που εκείνος βέβαια δεν καταλαβαίνει, ούτε απαντάει, είναι ένας σιωπηλός ακροατής. Είναι μια αφήγηση-ενδοσκόπηση. Το παρόν μπλέκεται με το παρελθόν, το ατομικό με το συλλογικό. Η ηρωίδα, την παραμονή των πεντηκοστών της γενεθλίων θυμάται, αναπολεί, προβληματίζεται. Η κατάληξη όλης αυτής της αναπόλησης αποτελούν τις σημαντικές αποφάσεις που πρέπει να πάρει για τη ζωή της.

Η συνονόματη γιαγιά της τη μεγάλωσε, αφότου η μητέρα μεταναστεύει στη Γερμανία. -το Κουρουτζού, ένα προσφυγικό καπνοχώρι, λίγο πιο έξω από την Καβάλα που κατόπιν μετονομάστηκε σε Κρυονέρι, η Σουλτάνα μεγαλώνει ακούγοντας τις αφηγήσεις της γιαγιάς που έφτασε εδώ μετά το διωγμό των Ποντίων από τις προγονικές τους εστίες. Η ιστορία της πορείας της "λευκής εξορίας", με τη γιαγιά Σουλτάνα να κουβαλάει στην πλάτη τη μικρότερη αδελφή της, η οποία έχοντας δυσεντερία "άδειασε την κοιλίτσα της στην πλάτη της" και που εξακολούθησε να τη μεταφέρει κι όταν η μικρή είχε πια πεθάνει, συνοψίζει συμβολικά όλο το δράμα των ξεσπιτωμένων Ποντίων.

Οι αφηγήσεις της γιαγιάς ξυπνούν στην εγγονή την επιθυμία να επισκεφθεί το μέρος όπου έζησαν οι πρόγονοί της, την Κερασούντα του 1921. Εκεί γνωρίζει το παρακλάδι της οικογένειας που τούρκεψε. Η αδελφή της γιαγιάς, η Ευδοκία, παντρεμένη με Τούρκο για να σωθεί, είναι πια η Οζγκιούρ με παιδιά κι εγγ Η ατμόσφαιρα της Κερασούντας τότε (1921) και τώρα, δίνεται πολύ πειστικά. Το γενικότερο δράμα των Ποντίων προβάλλει έντονα μέσα από την ατομική ιστορία μιας οικογένειας. Δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα, όμως μέσα από τις περιπέτειες των ηρώων της έμμεσα διαγράφεται μια τραγική σελίδα του νεότερου Ελληνισμού.

Αν εξαιρέσουμε το πρώτο, το εισαγωγικό κεφάλαιο, όπου υπαινικτικά δίνονται στοιχεία από όλο το βιβλίο, όλο το υπόλοιπο είναι η αφήγηση της κεντρικής ηρωίδας, της Σουλτάνας Καπαγιαννίδου, προς τον Τούρκο ξάδερφό της Σερχάν, αφήγηση που κρατάει όλο το βράδυ. Καθισμένη στο καφενείο του, στην Κερασούντα, του μιλάει στη γλώσσα της, που εκείνος βέβαια δεν καταλαβαίνει, ούτε απαντάει, είναι ένας σιωπηλός ακροατής. Είναι μια αφήγηση-ενδοσκόπηση. Το παρόν μπλέκεται με το παρελθόν, το ατομικό με το συλλογικό. Η ηρωίδα, την παραμονή των πεντηκοστών της γενεθλίων θυμάται, αναπολεί, προβληματίζεται. Η κατάληξη όλης αυτής της αναπόλησης θα είναι οι σημαντικές αποφάσεις που πρέπει να πάρει για τη ζωή της.

Μεγαλωμένη από τη συνονόματη γιαγιά της (η μητέρα είχε μεταναστεύσει στη Γερμανία) στο Κουρουτζού, ένα προσφυγικό χωριό έξω από την Καβάλλα που μετονομάστηκε σε Κρυονέρι, μεγαλώνει ακούγοντας τις αφηγήσεις της γιαγιάς που έφτασε εδώ μετά το διωγμό των Ποντίων από τις προγονικές τους εστίες. Η ιστορία της πορείας της "λευκής εξορίας", με τη γιαγιά Σουλτάνα να κουβαλάει στην πλάτη τη μικρότερη αδελφή της, η οποία προσβεβλημένη από δυσεντερία "άδειασε την κοιλίτσα της στην πλάτη της" και που εξακολούθησε να τη μεταφέρει κι όταν η μικρή είχε πια πεθάνει, συνοψίζει συμβολικά όλο το δράμα των ξεσπιτωμένων Ποντίων.

Οι αφηγήσεις της γιαγιάς ξυπνούν στη συνονόματη εγγονή την επιθυμία να επισκεφθεί το μέρος όπου έζησαν οι πρόγονοί της, την Κερασούντα. Εκεί θα γνωρίσει το παρακλάδι της οικογένειας που τούρκεψε. Η αδελφή της γιαγιάς, η Ευδοκία, παντρεμένη με Τούρκο για να σωθεί, είναι πια η Οζγκιούρ με παιδιά κι εγγόνια. "Στον Πόντο σήμερα μπορεί να μην υπάρχουν Έλληνες, αλλά υπάρχει ελληνικό αίμα", θα πει κάποια στιγμή. Την πρώτη επίσκεψη ακολουθούν πολλές άλλες και τώρα, παραμονή των γενεθλίων της, εδώ έρχεται η Σουλτάνα για να σκεφτεί και να πάρει τις αποφάσεις της.

Παράλληλα όμως με το Ποντιακό παρελθόν εκτυλίσσεται μια άλλη, σύγχρονη ιστορία. Η Σουλτάνα που είχε σπουδάσει νομικά, προτίμησε το αστυνομικό σώμα. Μια αστυνομική ιστορία, δυο φόνοι, προκαλούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη όπως κάθε αστυνομικό μυθιστόρημα. Η σύνδεση των αφηγηματικών ρευμάτων, του αστυνομικού μυστηρίου αφενός και του Πόντου αφετέρου, αλλά και της προσωπικής ζωής της ηρωίδας είναι πολύ χαλαρή. Όμως παραμένει βασικός συνδετικός κρίκος η Σουλτάνα, η ζωή της, οι σκέψεις, οι προβληματισμοί της, οι αποφάσεις που πρέπει να πάρει αυτή "τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος".

Χρησιμοποιώντας την ίδια τεχνική η συγγραφέας, όπως στο πρώτο της βιβλίο παρενέβαλλε στίχους από την Οδύσσεια, έτσι κι εδώ παρεμβάλλει αποσπάσματα από την Κύρου ανάβαση του Ξενοφώντα, παραλληλίζοντας την πορεία των Μυρίων με τη μαρτυρική πορεία των Ποντίων. Η χρήση των αποσπασμάτων γίνεται σε πολύ μικρότερο βαθμό κι αυτό είναι προς όφελος του βιβλίου. Οι σχεδόν ταυτόσημες πορείες φανερώνουν τη διαχρονικότητα, την ομοιόμορφη επανάληψη καταστάσεων, τη σύνδεση του παλαιότερου με το νεότερο Ελληνισμό. Προσωπικά δεν συμπαθώ αυτή την τεχνική κι ελπίζω νη μη συνεχίσει να τη χρησιμοποιεί και στα επόμενα βιβλία της η συγγραφέας.

Κάτι που δένει με την όλη ατμόσφαιρα κάνοντάς την πιο πειστική είναι η μετρημένη χρήση της Ποντιακής διαλέκτου και η ακόμη μικρότερη των Τουρκικών φράσεων. Γενικά, το μυθιστόρημα της Μπάξερ κατορθώνει με επιτυχία να συνδέσει το παρόν με το παρελθόν. Είναι ένα σύγχρονο μυθιστόρημα με τις ρίζες του βυθισμένες στην ιστορία, σε μια πρόσφατη, τραγική σελίδα του Ελληνισμού.

"Στον Πόντο σήμερα μπορεί να μην υπάρχουν Έλληνες, αλλά υπάρχει ελληνικό αίμα" –ως γνωστόν. Πολλές επισκέψεις ακολουθούν, την πρώτη, όπου το ρύζι του πιλαφιού, έκανε κρίτσι κρίτσι, εκεί, στην κουζίνα της οικογένειάς της στην Κερασούντα του σήμερα. Και, τώρα, παραμονή των γενεθλίων της, εδώ έρχεται η Σουλτάνα για να σκεφτεί και να πάρει τις, οριστικές πια, αποφάσεις της.

Ταυτόχρονα, δυο φόνοι, προκαλούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη και η σύνδεση του αστυνομικού μυστηρίου αφενός και του Πόντου αφετέρου, αλλά και της προσωπικής ζωής της ηρωίδας (που έχει σπουδάσει νομικά και εργάζεται σε αστυνομικό τμήμα) λειτουργούν παράλληλα. Βασικός συντελεστής και συνδετικός είναι πάντα η Σουλτάνα, της οποίας η ζωή της, οι σκέψεις, οι προβληματισμοί της, οι αποφάσεις που πρέπει να πάρει αυτή "τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος».

Share

2009©Kavalacity.net