Εκτύπωση

«Η άγνωστη από τον Σηκουάνα»

Συγγραφέας: Χρυσούλα Βακιρτζή.... Δημοσίευση στη κατηγορία Εν αρχή ήν ο λόγος

Σας άρεσε το άρθρο?
(4 ψήφοι, μέση τιμή 5.00 από τα 5 αστέρια)
ΔΗ. ΠΕ. ΘΕ. Βορείου Ελλάδος
«Η άγνωστη από τον Σηκουάνα»

1743-1mΚαβάλα, 30-3-2013, ημέρα Σάββατο, με έναν Μάρτη να τσούζει απ’ το κρύο και τις πρώτες συμπυκνωμένες νότες μιας ακόμα αβάσταχτης άνοιξης.

Την ώρα που, σε μια άλλη οδός της πόλης μου, ακούγονται και δικά μου ποιήματα –μεταξύ ποιητριών του χτες και του σήμερα σε Ελλάδα και Καβάλα, εγώ παίρνω τον δρόμο που οδηγει στο θέατρο «Αντιγόνη Βαλάκου», για να δω την παράσταση του θεατρικού έργου «Μία Άγνωστη από τον Σηκουάνα», του Έντεν Φον Χόρβατ.

Ναι, πλήρης αποφυγή. Αποφεύγω, δεν το αντέχω, δεν μπορώ να έρθω πρόσωπο με πρόσωπο και ν’ ακούσω τους δικούς μου σφυγμούς –θετικούς ή αρνητικούς, δεν έχει σημασία αυτό το Σούρουπο. Κανείς δεν υποψιάζεται πόσο φορτισμένη είμαι σε προσωπικό επίπεδο, μια που ο Μάρτης είναι άμεσα συνυφασμένος με την απώλεια ζωής, έρωτα…. Μόνο η Ποίηση, αυτή η τεφροδόχος, η οποία γίνεται τρέλα, βραχνάς και μια ακόμα νεκρή άνοιξη του εγώ μου

Να αποφύγω εμένα, τον φόβο, τις κραυγές τις ποίησης, των στίχων μου, είναι το μόνο που έχω ανάγκη. Μια νεκρή αποχέτευση, που άλλοι έχουν χτίσει για μένα, χωρίς εμένα, αλλά σύμφωνα πάντα με τα δικά τους μέτρα.

Η άγνωστη νεαρή γυναίκα από τον Σηκουάνα, προσπαθεί να ενδυναμώσει τον νεαρό, που πάνω στην απόγνωσή του και ζώντας  έναν αδιέξοδο κόσμο, θέλει να διαπράξει μια ληστεία. «Τα τριαντάφυλλα, μόνο τα τριαντάφυλλα φέρνουν την ευτυχία», τονίζει παραδίπλα ένας ανθοπώλης μιας σχεδόν περιθωριακής Αμερικάνικης συνοικίας κι ενώ οι μπάτσοι / αστυνομικοί εποπτεύουν τους πάντες και τα πάντα. Μερικά χρόνια αργότερα, το ανθοπωλείο πρόκειται να γίνει καθαριστήριο ρούχων.

 Μια νεαρή μαθήτρια παραδίπλα, διαβάζει ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα, κρατώντας ένα υπερμέγεθες ρόδο πλαστικό. Άλλωστε, τα φυσικά τριαντάφυλλα, όταν ανοίξουν τόσο πολύ στο μέγεθός τους, φυλλορροούν, πεθαίνουν. Φυσικά, όλα αυτά διαδραματίζονται πάνω στη θεατρική σκηνή, ενώ το συγκεκριμένο έργο κυλά με νεύρο και σφιχτή πλοκή.

Γιατί, το θέατρο αντέχει ακόμα τον πόνο του ανθρώπου… Αντέχει τον ρολογά, που, φωνάζοντας «κούκοου», αποφασίζει ο ίδιος για τον εαυτό του, πως στο εξής θέλει να κείτεται νεκρός φορώντας ένα μακρύ πράσινο αδιάβροχο. Σε ώρες που εσύ ψάχνεις τον βουβό και ανώνυμο εαυτό σου, ο ηθοποιός βγάζει κραυγές, γελά, χτυπά, κλωτσά, κυλιέται κατάχαμα, εκφράζει υπερβολή, δράμα, σύγκρουση, ρήξη.

 Έτσι, αντέχεις κι εσύ. Αντέχεις, χωρίς να έχεις το φόβο ότι οι επιστήθιοι φίλοι σου –είτε ο επαγγελματίας ψυχολόγος σου, ο «εθελοντής» επί χρήμασι ωτακουστής του πόνου σου, να σου πουν πως υπερβάλλεις σαν απροσάρμοστο παιδί, το οποίο πεισματικά δεν θέλει να μεγαλώσει.

Και όλα αυτά, τη στιγμή, που, μια νεαρή αυτόχειρ έρχεται να κερδίσει τη δική της λύτρωση ή μια νεράιδα του νερού, σε μια πόλη της Ευρώπης του 30 ή της Ελλάδας του σήμερα. Μέσα της ο θάνατος και το νερό. Γύρω της η φωτιά και η θέληση για ζωή. Ο δρόμος, και ίσως κι ο χρόνος μαζί του, σταματούν στον αριθμό 9.

Πώς να αρχίσεις από την αρχή, την ώρα που μπαίνεις στη θέση του νεαρού, που διαπράττοντας τη ληστεία, αποκοπεί τη φυλακή ή την αυτοκτονία. Μια συγκεκριμένη απομόνωση –αλλιώς την απόλυτη σιγή του θανάτου. Αρκεί να εκφραστει, να χτυπηθει ξεκάθαρα, χωρίς μέτρα, σταθμά, ενίοτε της κοινωνίας αστυνομικού / μπάτσου / εαυτού –όπως αυτή που αφάνισε τον Καρυωτάκη, με μίζερους μικροαστικούς θανάτους.

Ναι, είχα ξεφύγει από το Τίποτα, την Κραυγή, το Ουρλιαχτό, την ποίηση μου κι εμένα. μ’ εμένα. Ημέρεψε η φόρτιση που μ’ έπνιγε σ επικίνδυνο βαθμό. Ναι, το θεατρο ακόμα χωρά το ξέσπασμα και την οδύνη μας.

Χωρά τον άγνωστό μας εαυτό και την αποκοτιά του!

Share

2009©Kavalacity.net