Εκτύπωση

Στους μύθους του καπνού

Συγγραφέας: Χρυσούλα Βακιρτζή.... Δημοσίευση στη κατηγορία Εν αρχή ήν ο λόγος

Σας άρεσε το άρθρο?
(4 ψήφοι, μέση τιμή 4.25 από τα 5 αστέρια)

kapnergatisΜε μια γενική απεργία αρχίζει φέτος η φθινοπωρινή ανασύνταξη δυνάμεων εργασίας, κοινωνικού γίγνεσθαι και προσωπικής ζωής του σύγχρονου έλληνα πολίτη. Αλήθεια, ξέρουμε πώς να απαιτήσουμε/ζητήσουμε τί; Γνωρίζουμε, εντέλει, ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε, πού βαδίζουμε, τι ζητάμε;

Έτσι, σκέφτηκα την προδημοσίευση του παρόντος διηγήμστος μου,  από την υπό έκδοση σειρά διηγημάτων "Η Εγνατία οδός μου" -ένα διήγημα ολότελα σχεδόν αυτοβιογραφικό και  γεμάτο αναμνήσεις ανθρώπων που έζησαν σε άλλες εποχές.

Δεν μου αρέσει η λέξη "σαμποτάρω" -την είχε κολλήσει κάποτε ο ψυχοθεραπευτής μου και συχνά μου 'ρχοταν να τον σπάσω στο ξύλο όποτε μου την ξεφούρνιζε... Αλλά σήμερα θέλω να σαμποτάρω λογικές, συνειδήσεις απεργούντων και μη μ' αυτό το κειμενάκι μου. Ελπίζω ότι ο  καλός μου φίλος και συνεργάτης μου, Τόλης Βουρβουτσιώτης, θα γίνει.. συμμέτοχος και σ' αυτό το συγγραφικό "σαμποτάζ" μου και θα το αναρτήσει!

Γιατί το παρελθόν είναι η πρόβλεψη (και η γνώση)  του μέλλοντος μας και ίσως το κλύτερο θα ήταν ν' απεργήσουμε κατά της αδράνειας/μιζέριας μας. Ισως..

* * *

Πρωτομαγιά του 2010 σήμερα. Χαρούμενος και λαμπερός μού χτυπάει το τζάμι της μπαλκονόπορτας ο ήλιος. Μοιάζει με παιχνιδιάρη σπουργίτη που, με το ραφινάτο, λεπτό, αλλά και ολίγον τι πεισματάρικο ράμφος του, να τρυπώνει, διαπερνά, ξεχνάει κάθε ‘έλλογη’ ή ‘λογική’ αντίστασή μου και να επιβάλει του δικούς του Κανόνες. Να, σαν την επιθυμία, δίψα κι αγάπη για ζωή, που ραμφίζει τις καρδιές όλων μας, λίγο πολύ. Ποιος στ’ αλήθεια μπορεί, και θέλει κυριολεκτικά κι αμετάκλητα, να ‘ξεφύγει’ –ή να αφεθεί, παραδοθεί αμαχητί- σ’ αυτήν την αδήριτη κι αναπόδραστα εξελικτική  μοίρα του;

"Δεν τα καταλαβαίνω τα ποιήματά σου. Ωραία, πολύ ωραία είναι, αλλά για δοκίμασε να γράψεις κάτι πεζό. Σκέψου ένα απλά δοσμένο κείμενο, που να μπορεί ο άλλος να ταυτίζεται μαζί του. Να το καταλαβαίνει". Καιρό τώρα ακούω να με ενθαρρύνει η φωνή των φίλων μου. Ιδού, λοιπόν σήμερα, ανήμερα μιας φωτεινής Πρωτομαγιάς (ανοιξιάτικης και ουχί εργατικής ραστώνης), να δεσμεύομαι με υπόσχεση απέναντι στον εαυτό μου πια.

 Και τι θέμα να βάλω, τι τεχνικές γραφής να χρησιμοποιήσω; Άλλο το ποίημα, άλλο η κριτική βιβλίου κι άλλο ένα ‘απλό κείμενο… πόσο ‘απλό’ είναι εντέλει το απλό; προβάλω, με τη σειρά μου,  τ η ν  πολιτική μου ένσταση. ‘Σκέψου απλά, γράψε όπως  μιλάς’, λέω ξανά και ξανά στον εαυτό μου. Αμείλικτες μου μοιάζουν όλες τούτες οι εκατέρωθεν, αλληλοσυγκρουόμενες φωνές γύρω και μέσα μου. Λες και πρόκειται να λύσω το θεώρημα του παπαγάλου, ένα πράγμα!

Αφήνω για λίγο ήσυχο το πληκτρολόγιο του υπολογιστή –το pc ώρες τώρα είναι  ανοιχτό σε αρχεία, word και διαδικτυακά παράθυρα πληροφοριών. Το μυαλό μου έχει κολλήσει, δεν βρίσκω τη λέξη  εκείνη τη σωστή. Τη λέξη που θα ήθελα εγώ, ως αυστηρός κριτής και αναγνώστης του κειμένου μου, να συναντήσω με χαρά, για  να με ταξιδέψει στις φτερούγες της. Γιατί, αν μη τι άλλο, φτερούγες είναι όλες οι λέξεις. Φτερούγες που σε κάνουνε ταλαιπωρημένο ή ρομαντικό οδοιπόρο και ταξιδευτή αιώνων και αιώνων.

Αρκετές μέρες τώρα στριφογυρνώ το θέμα, που γι’ αυτό θέλω τόσο πολύ να γράψω. Ένα παραμύθι. Στρωτό και γεμάτο αλήθειες οι οποίες δεν θα ξεγελούν και δεν θα αδιαφορούν για την αδέκαστη φαντασία και νοημοσύνη ενός  ενήλικου παιδιού. Δεν  κρύβω πως τα πράγματα είναι σκούρα για σένα αυτήν τη φορά, αγαπητέ συγγραφέα, γιατί η απλότητα, μαζί με την υψηλή αισθητική, οφείλουν να συμβαδίζουν αρμονικά. Αλλιώς σ’ εξαγριώνουν. 

Να κυλάει στρωτά η κάθε λέξη, φράση, παράγραφος στο παραμύθι μου. Σα νεράκι ν’ αφήσω τις σκέψεις μου, όπως λένε το μάθημά τους, τα, γεμάτα νάζι και χαρούμενο υφάκι πρωτάκια του δημοτικού σχολείου. Ή, μήπως, πρέπει να στρέψω με βιασύνη και σχολαστικότητα τους συνειρμούς των λογισμών μου, όπως έστρεφε τις λευκές πέτρες του χωματόδρομου η γιαγιά Παγώνα; Μα τι κάθομαι και σκέφτομαι, πρώτη μέρα του Μάη, ξεχασμένη μπροστά στον ανοιχτό κομπιούτερ;

 Κάθε μέρα, από την άνοιξη και μέχρι τέλος καλοκαιριού, εκεί, γύρω στο μεσημέρι έτρεχε να ανοίξει τις πέτρες. Αλλιώς νερό, καθαρό νεράκι του Θεού, δεν θα είχαν όλοι οι κάτοικοι του χωριού. Μεγάλο και σοβαρό ήταν το έργο που είχε θαρρετά αναλάβει η ασπρομάλλα γιαγιά μου –κάτι που έμοιαζε με ύψιστη πολιτική, και πολιτιστική, πράξη ευθύνης. Ως άλλος  Σουλεϊμάν Μεγαλοπρεπή,, του οποίου το όραμα κατάφερε να δροσίσει  την πόλη του ‘Φρουρίου’ της Καβάλας, φάνταζε στα παιδικά μου μάτια η `αεικίνητη κι αξιαγάπητη σε όλους ‘άμια Παγώνα’. Ήταν τότε, γύρω στις αρχές του ’70.

Αφηρημένα κοιτάζω τα χέρια μου, καθώς επανέρχομαι πίσω στην πραγματικότητα. Είναι λερωμένα  απ’ τις μπουκωμένες με μαύρες και πολύχρωμες μελάνες κεφαλίδες της εκτύπωσης.. Κουραστήκαμε όλοι εμείς εδώ μέσα, αλλά έτσι είναι αυτά τα πράγματα, μουρμούρισα συνεχίζοντας το μάζεμα των σκόρπιων γραμμένων και άγραφων σελίδων. Επίκαιρο ήθελα το παρόν κείμενό μου, αλλά κι εξίσου διαχρονικό –πχ. τα πέντε της αντίστροφης πυραμίδας των δημοσιογραφικών “W” (when, where, who, what, why), που θα το συμπεριλάμβαναν, να ενδιέφεραν τον αναγνώστη και μετά την έλευση των δέκα τρεχόντων ετών.

Έλευση μοναξιάς; λησμονιάς; λήθης τίνος; δεν ήξερα ακόμα. Θαρρώ πως ήρθε η στιγμή να διαβάσω ξανά τα ‘Εκατό χρόνια μοναξιάς’, του  Μαρκές –κάποιες φορές ξεσκαρτάρεις πολλά μέσα στην ασφάλεια και την πλησμονή της ανάγνωσης και μόνο. Πάντως, μια σκληρή αγωνία, που κατέληγε σε τρυφερή απαντοχή κι ανυπομονησία, μου έσφιγγε πλέον το στομάχι για τα καλά.

Έτσι, άραγε, να άρχιζε και ο στομαχόπονος της κυρα Τασούλας όταν, συντροφιά με τον άντρα της, τον θείο Στράτο, περίμεναν τον καπνέμπορο για να παραλάβει τα καπνά που καλλιεργούσαν όλο τον χρόνο στο χωριό; Ποιότητα, άρωμα, αφή, αντοχή του καπνού, ήταν το άλφα και το ωμέγα για να εγκριθεί ή όχι η παραλαβή του καπνού. Το οικονομικό μέρος του καθαρά πλέον εμπορικού δούναι και λαβείν, υπάκουγε στους νόμους της επιβίωσης των καλοσυνάτων αγροτών. Μαζί και της κυρα Τασούλας, φυσικά.

Συμβαδίζουν ποιότητα και λήθη; Μήπως το πέρασμα του χρόνου, ή πιθανότατα ο ίδιος ο Χρόνος, να είναι άλλος ένας καπνέμπορας όπως αυτόν για τον οποίο τόσα έλεγε η πάντα χαμογελαστή θεία. Μου άρεσε πολύ να την βλέπω να κινείται, ενώ μιλούσε με μια τραγουδιστή φωνή, όποτε πήγαινα μαζί με τη μαμά μου στο χωριό της, Γεωργιανή –κοντά στο Παγγαίο. Σ’ αυτό το χωριό έσβησε η τελευταία ανάσα της καπνοκαλλιέργειας, εδώ, στη βόρεια Ελλάδα.

Τα βράδια του καλοκαιριού, κοιμόνταν δεν κοιμόνταν δύο με τρεις ώρες όλοι οι καλλιεργητές του χωριού. Νύχτα έπρεπε να μαζέψουν τα καταπράσινα καπνόφυλλα των χωραφιών τους. Άκουγα να φεύγουν γύρω στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, με ψιθυριστά γέλια και τραγούδια. Με τη δροσιά της νύχτας, όπως έλεγαν οι ίδιοι.  Με τη δροσιά της ψυχής τους, τολμώ να προσθέσω, όπως το βλέπω μέσα στο νοσταλγικό κι εξίσου ‘αναπάντεχο’ αυτό ταξίδι μέσα στον χωροχρόνο.

Αργότερα, όταν το απαιτούσε η εποχή και η στιγμή, με πόση προσοχή διάλεγαν οι χωρικοί φύλλο φύλλο τον καπνό για να τον περάσουν σε μια πλατιά, γυαλιστερή βελόνα! Ανάλογα με το σχήμα, μέγεθος, πλάτος, πάχος του κάθε πράσινου καπνόφυλλου. Έτσι, απλά, σα να έδεναν τα μαύρα κορδόνια των παπουτσιών τους ή να έλυναν εξισώσεις σημαντικών μαθηματικών προβλημάτων.

Κουβεντιάζοντας μεταξύ τους ψιθυριστά, έχοντας τα φώτα (φανάρια και λάμπες κηροζίνης), να φέγγουν πάντα σε χαμηλωμένο φως και τα μικρά δαντελωτά κουρτινάκια διαρκώς κατεβασμένα στα μικρά παράθυρα των ευρύχωρων σπιτιών τους. Ούτε τα φώτα κυκλοφορίας των τρακτέρ τους δεν άναβαν, για να μην ταραχτεί η γαλήνη της νύχτας και να βρουν ήρεμα τα σπαρτά τους, που τα φύλαγε στην αγκαλιά του το ανάλαφρο βουνίσιο αεράκι.

Μικρή, μικρούτσικη στην ηλικία μου, εγώ, μπερδευόμουν στη διαλογή και διάλεγμα αυτών των φύλλων. Μια που ήθελα τόσο πολύ να αγγίζω τη βελούδινή αφή των φύλλων, μυρίζοντας το κάπως οξύ αλλά συνάμα λεπτεπίλεπτο άρωμα τους.

Μαλώνοντάς με απαλά, χαμογελαστά, όπως χαϊδεύει τις Καμάρες ο ανοιξιάτικος ήλιος της Καβάλας  η 60χρονη γυναίκα, μάταια προσπαθούσε να μου ξεπλύνει τα χέρια από τη μαυριδερή, γλυκόπικρη στη γεύση της, κόλλα του μπουρλιάσματος. Καλή ώρα, όπως βάλθηκα τώρα μόνη μου να καθαρίσω τα χέρια μου τη μελάνη του πραγματικά καταπονημένου μου εκτυπωτή.

Ίσως, ενδόμυχα. από τότε να άρχισα να ψάχνω με τρόπο εναγώνια τρυφερό, να προσθαφαιρώ δημιουργικά την κάθε λέξη και φράση του δικού μου γραπτού. Της δικής μου, προσωπικής δημιουργίας, αναζητώντας το Ελάχιστο του οποίου θα ζητούσα και του Πολύ που θα μου δινόταν.

Φυσικά, οι λέξεις, αυτές καθαυτές, δεν αναδύουν ως ύλη αρώματα, υφή, γεύση, παρόλα αυτά οι σελίδες του χαρτιού και του ‘δεμένου’ βιβλίου χαρίζουν κάτι από την ομορφιά του (κάποτε) νεόκτιστου Κάστρο, του Παλαιού Υδραγωγείου, των Αιγυπτιακών Πυραμίδων, των πλινθόστρωτων καλντεριμιών…. Των καλντεριμιών της Ιστορικής Νεάπολης, της Χριστούπολης του Αποστόλου Παύλου και της πρώτης ευρωπαίας βαπτισμένης χριστιανής, Λυδίας, αλλά και της αμφιθεατρικής  Σκαββάλας των κουρσάρων ή και της σύγχρονης κι απρόσωπης Καβάλας;

Ποτάμι το αίμα χύθηκε σε τούτα τα καλντερίμια, όταν οι τότε αποφασισμένοι καπνεργάτες της γαλάζιας μας πολιτείας έκαναν την πρώτη εργατική απεργία σε Ελλάδα και Ευρώπη. Εκεί κοντά στην γνωστή μας Πλατεία Καπνεργάτη, στην Καβάλα του 1920 – ’28, την πόλη των πρώτων εργατικών συνδικάτων και του (έτσι κι αλλιώς) αυθάδικου κομμουνισμού,  φυτεύτηκαν οι ρίζες –οι βάσεις ενός καινούριου πολιτισμού.

Σήμερα, ναι, μέχρι και σήμερα, στην Πλατεία του Καπνεργάτη, οσμές καπνών αναδύονται για να σμίξουν με φωνές μικρών παιδιών και τις πορείες διαμαρτυρίας των εκάστοτε διαδηλωτών. Ίσως ο κλοιός της απάθειας, περιτυλίγει ασφυκτικά και (να) καθιστά μάταιη την κάθε στιγμή, το κάθε γεγονός. Ωστόσο, έχουν γίνει γερές, βαθιές οι ρίζες του Οικουμενικού μας πια Πολιτισμού. Και είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει τούτος ο γλυκόπικρα καλά θεμελιωμένος Πολιτισμός.

 

Share

2009©Kavalacity.net