Εκτύπωση

Μέθεξις

Συγγραφέας: Χρυσούλα Βακιρτζή.... Δημοσίευση στη κατηγορία Εν αρχή ήν ο λόγος

Σας άρεσε το άρθρο?
(1 ψήφος, μέση τιμή 5.00 από τα 5 αστέρια)

methexis
Χρήστου Αθ. Κουτσοκλένη «Μέθεξις»
Ποιητική Συλλογή, εκδόσεις Έρεισμα, Χανιά 2012

Γράφει η βιβλιοκριτικός
Χρυσούλα Βακιρτζή
Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

 

Υπάρχει ένας όρος της ψυχολογικής επιστήμης που καλύπτει τα προαναφερθέντα, την ικανότητα, συγκεκριμμένα, να συμμετέχει κανείς στις σκέψεις, στα συναισθήματα και στα προβλήματα του άλλου. Λέγοντας εμπάθεια, αλλού φυσικά πάει ο νους μας, στην αντίθετη σχεδόν κατάσταση από αυτήν που ο ξένος επιστημονικός όρος επιχειρεί να περιγράψει. Εφεύραμε, λοιπόν, κάτι ακαταλαβίστικες, επιστημονικοφανείς ονομασίες, όπως «ενσυνείδηση», «ενσυναίσθηση» και δε συμμαζεύεται.

Παλαιότερα, και κατά την Αριστοτέλεια εκδοχή, η Μέθεξη δήλωνε την πρόθυμη συμμετοχή μας, με φόβο πάντως και έλεος, σε μια δραματική αφήγηση των παθημάτων τρίτων προσώπων, συμμετοχή από την οποία προσδοκούσαμε όμως κι εμείς τη δική μας κάθαρση. Προεκτείνοντας εντελώς φυσιολογικά

τη χρήση της λέξης στα σύγχρονα πράγματα, έχουμε την ευχέρεια να αποδώσουμε με συνέπεια και σε στρωτά Ελληνικά- απ' όλους μας κατανοητά- την ικανότητά μας να ενστερνιζόμαστε τις αλλότριες εμπειρίες.

Με τις σκέψεις αυτές αρχίζουμε σήμερα την παρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής του για πολλά χρόνια συμπολίτη μας Χρήστου Αθ. Κουτσοκλένη «Μέθεξις» (Ερεισμμα, σελ 60). Η Μέθεξη είναι μια περιπλάνηση γεμάτη από στοχασμούς, σε πλατείες του νου, της ψυχής σε πλατείες ποιητών τε και ανθρώπων -όπως αυτές σχηματοποιήθηκαν ως υπαρξιακή, κοινωνική και, ιδίως, πολιτική έκφραση τα τρία τελευταία χρόνια.

Και περιμένει τους Καβαφικούς «βαρβάρους» και τους προσπερνά / αμφισβητεί στους παρόντες συλλογισμούς του ο Χ. Κ. ωστόσο, η αναμονή τούτη γίνεται μια καταγγελία, καθώς στην ήρεμη ως τώρα πλατεία «ξάφνου ήρθαν οι γνωστοί απ' τα παλιά«. Μόνο που δεν ήρθαν μήτε σαν κατακτητές, σαν προσκυνητές, ή σαν περιηγητές, αλλά απλώς σαν απρόσμενοι επισκέπτες». Και μαζί τους απρόσκλητα φέρνουν ερημιά, απουσία, απώλεια –έτσι τόποι αγαπημένοι, οικείοι, φιλόξενοι, μας γίνονται όλα ξένα κι εξίσου ξένοι κι εμείς.

Η ποίηση του Χρήστου Κουτσοκλένη κινείται σε κοινωνικοπολιτικούς ρυθμούς, στοχεύοντας στο υπόβαθρο της υπαρξιακής ανθρώπινης υπόστασης και η αγωνία που διακατέχει (τον άνθρωπο) στην προσπάθειά του να δώσει απαντήσεις στα πολλαπλά ερωτήματα που τον κατακλύζουν.

Καθώς περιφέρεται από δρόμους, πλατείες, λέξεις, ρίμες, έννοιες, στοχασμούς, η «Μέθεξις» του Χ. Κ. μοιράζεται. Το δραματικό, πια, πρόσωπο του ποιητή μ ο ι ρ ά ζ ε τ α ι με τρόπους άμεσους μέσα στη φύση, στον άνεμο, στο πλήθος, στο παρελθόν και στο μέλλον, στο αέναο «εκεί» και «εδώ»..

«Θέλω στα στήθη μου ο αρχαίος έρως να φουντώνει. Γι' αυτό μελετάω τις γραφές και πιότερο την ιστορία», σημειώνει στο πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής «θεωρία και πράξη» -θα πει κάπου.

Γιατί ο Χρήστος Κουτσοκλένης εντοπίζει μια ζωή «διαλεκτική» -και συνάμα τη διαλεκτική μιας ζωής τη διαλεκτική της ζωής και δέχεται δράση / αντιδράσεις / αποδράσεις του γύρω κόσμου, -ενώ είναι αυτός ο καθαυτός ελεγκτής και ο ρυθμιστής στην ενότητα του όλου και του επί μέρους.

«Την ελευθερία δεν τη δωρίζει κάποιος πολυπράγμων θεός ούτε την παραχωρεί σε λαμπρή τελετή, στο μέσον της πλατείας, κάποιος καλοπροαίρετος αφέντης. Με αγώνα, αίμα και δάκρυ την κατακτά ο άνθρωπος και, αν δεν ξέρει να την φυλάει, την χάνει», τονίζεται αλλού.

Αφού η ελευθερία, σαν το πιο υψηλό και μέγιστο αγαθό ύψιστο ζωής, αποτελεί την προσωπική μας , είναι μια προσωπική νίκη σε τούτο τον αγώνα . Στην προσπάθειά του αυτήν άνθρωπος μεταβάλλεται και είναι μια πλατεία στην οποία «δεν κοιμάται τις νύχτες». Είναι «φωτιά που καίει στα στήθη της πόλης, στέκει και συλλογάται. Υπομένει καρτερικά τον πόνο από τις ανοικτές πληγές της. Όλα τα λογαριάζει». Κι έτσι η ελευθερία μπορεί εντέλει να είναι πόνος, λυγμός και δάκρυ.

Αν ο σύγχρονος κόσμος, της ηλεκτρονικής επιστήμης δεν είναι πλέον παρά μια νέα πλατεία, μεγάλη ή μικρή, τότε σ' αυτή την πλατεία γίνονται ορατές με γυμνό μάτι όλες οι φυλές και όλες οι κατηγορίες ανθρώπων που συνυπάρχουν και κατ' ανάγκη σχετίζονται / συσχετίζονται αλληλεξαρτώμενοι

«Μέσα στην πλατεία συνελεύσεις, συνθήματα, οραματιστές, παρατηρητές, πράκτορες, πλατειοκάπηλοι, καιροσκόποι. Στα περίχωρα της πλατείας, πολύχρωμοι λαθροπωλητές και υπαίθριοι ψητοπώλες. Άγνωστο πώς βρέθηκαν τόσοι έμποροι στις σκάλες του Ναού» -άλλος στίχος της Μέθεξις.

Ωστόσο, κάθε στιγμή κινδυνεύεις να βρεθείς στο κενό, μια που βαδίζουμε σε τόσο λεπτεπίλεπτες ισορροπίες –αν σε παρασύρουν οι αισθήσεις σου και βρεθείς σε άυλους, ονειρικούς, άπιαστους κόσμους. Κι όσο και αν τον σαρκάζει τον κόσμο του ο ποιητής :

«Το πηγάδι έχει στερέψει εδώ και καιρό» ή γιατί η φωνή του πύθιου Απόλλωνα μπορεί και να μην ακουστεί «μέσα από τις ιαχές του οργισμένου πλήθους» ή γιατί το όνειρό μας «κάτω από το χώμα της πλατείας οι αργυρώνητοι το 'χαν θαμμένο» και αμέτρητα άλλα γιατί κρατά τα μάτια του «ανοιχτά πάντα κι άγρυπνα».

Και καταλήγει

«Άδικος κόπος να αρνούμαστε την πραγματικότητα. Τα δάκρυα δεν ωφελούν. Και οι μεμψιμοιρίες δεν ωφελούν. Απλώς οφείλουμε σαν συνετή ομήγυρις να ξεχωρίσουμε το διαυγές απ' το θολό και να συνεχίσουμε το ταξίδι χωρίς υπερβολές και ανόητους θρήνους».

Share

2009©Kavalacity.net