Εκτύπωση

«Αδικιά»

Συγγραφέας: Χρυσούλα Βακιρτζή.... Δημοσίευση στη κατηγορία Εν αρχή ήν ο λόγος

Σας άρεσε το άρθρο?
(3 ψήφοι, μέση τιμή 5.00 από τα 5 αστέρια)
Γεωργία Χιόνη
«Αδικιά»
Αφήγημα, εκδόσεις Νιραγός 2012
Γράφει η βιβλιοκριτικός Χρυσούλα Βακιρτζή
Email: chrysoulav3@mail.com
adikia

Σύμφωνα με τη σύγχρονη ψυχολογία, η επανεξέταση αναλύει τη θεωρία και την έρευνα σχετικά –κι όλα αυτά με τον όρο  ψυχολογία της αδικίας. Χρησιμοποιώντας ως θέμα την οργάνωση του το ρόλο που η αντίληψη της ασέβειας παίζει στην εμπειρία της αδικίας.  Η ανάλυση επικεντρώνεται κυρίως στις σχέσεις μεταξύ ασέβεια και το θυμό, ασέβεια και αδικία, και το θυμό και την αδικία.  Αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την ένταση των αντιδράσεων των ανθρώπων σε αδικίες και αξιολόγηση.

 Επιπλέον, η ανασκόπηση εξετάζει τους στόχους της αντεκδίκησης, καθώς και τις μορφές που μπορεί να λάβει αντίποινα.  Οι παραλληλισμοί μεταξύ σημειωθεί αντιδράσεις δικαιοσύνη για τις πράξεις της ασέβειας κατευθύνεται προς τον εαυτό μας και εκείνων που κατευθύνονται προς τους άλλους. Τέλος, η αναθεώρηση εξετάζει τις επιπτώσεις της έρευνας της δικαιοσύνης για την κατανόηση των ειδικών και γενικών δικαιωμάτων που οι άνθρωποι πιστεύουν ότι τους οφείλονται.

Μ’ αυτές τις σκέψεις φυλλομετρούμε, το νέο συγγραφικό πόνημα της Γεωργίας Χιόνη «Αδικιά» (εκδόσεις Νιραγός, σελ. 78). Στο σύντομο αφήγημα ο αναγνώστης ταξιδεύει πίσω στο χρόνο και γίνεται κοινωνός μας  αληθινής ιστορίας που συνέβη στη Θάσο το 1880. Για τη συγκεκριμένη ιστορία δεν υπάρχει άλλο γραπτό ντοκουμέντο, εκτός από τη λαϊκή προφορική παράδοση που τη διέσωσε.

Ένα ολόκληρο χωριό, με επικεφαλής τους προεστούς και με τις ευλογίες της εκκλησίας οδηγεί έναν αθώο σε μια δίκη-παρωδία. Η δολοφονία κάποιου Τούρκου ναύτη είναι ο μόνος τρόπος να αποφευχθεί μια ομαδική σφαγή σ’ ένα χωριό και οι  πραγματικοί υπεύθυνοι  την επικαλούνται με ευκολία κι ανακούφιση. Έτσι, βρίσκουν  ως ιδανικό εξιλαστήριο θύμα έναν ορφανό εργάτη. Ο λιτός και μεστός λόγος της  συγγραφέως μας μεταφέρει το κλίμα της εποχής, να κεντρίσει και να αφηγηθεί με αμεσότητα, και αποφεύγει τον γνώριμο τρομολαγνικό ειδησεογραφικό λόγο καταγγελίας. Άλλωστε, είναι γνώριμο ανά τους αιώνες, πόσο διαχρονικό είναι το «υλικό» της κάθε αδικίας και το πολύπλευρο αίσθημα του άδικου.

Πρώτη φορά από τον πατέρα της άκουσε η Χιόνη την ιστορία της Αδικιάς το 1984. Και σ’ αυτόν την είχε διηγηθεί ένας δάσκαλος, ο Νίκος Αργυρίου, και του οποίου οι γονείς ήταν μάρτυρες στο συμβάν. Η Αδικιά, δηλαδή η ιστορία του άτυχου Μακέδου, επηρέασε καταλυτικά το χωριό  Καλλιράχη της Θάσου. Επί δεκαετίες αργότερα  οι   μανάδες το αφηγούνταν στα παιδιά τους, αντί για παραμύθια και νανουρίσματα.

Προκαλεί εντύπωση το .πώς ένα χωριό  συνωμότησε σιωπηλά.. Πώς κατάφερε να ρίξει το φταίξιμο στον μοναδικό που δεν έφταιγε, για να γλιτώσουν οι πραγματικοί φταίχτες. Ένας Τούρκος, ναύτης βασιλικού πλοίου, θέλησε να μπει σε χορό Ελλήνων. Αυτό θεωρείται  μεγάλη προσβολή. Σχεδόν όλα τα προκάλεσε ο  γιος του παπά κι όταν ο Τούρκος ζήτησε το λόγο για να αποκατασταθεί η προσβολή, το χωριό, με σιωπηλή αποδοχή, μετατράπηκε σε δήμιο, αφού όλοι οι παρευρισκόμενοι λιθοβόλησαν τον Τούρκο μέχρι θανάτου. οι έρευνες που έγιναν κατάφεραν να ρίξουν το φταίξιμο  στον Μακέδο, που όμως δεν βρισκόταν εκεί.

Οι προεστοί φρόντισαν να δωροδοκήσουν τα μέλη του Δικαστικού Συμβουλίου που θα τον δίκαζε, για να είναι έτσι η καταδίκη του σίγουρη. Μία ιστορία περί μη ηθικής που έγινε το 1880. Μία ιστορία που επαναλαμβάνεται ανά τις δεκαετίες, γιατί η αδικία είναι φαινόμενο διαχρονικό, φαινόμενο παρελθόν αλλά και παρόν, παλιό αλλά και τόσο επίκαιρο συνάμα. Αδιάκοπα μας διδάσκει η ιστορία  για  την τάση που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο  για ίδιον όφελος. Το να αδικείς τον άλλον πρόκειται για  πάθος το οποίο είναι συνυφασμένο με την ανθρώπινη φύση. Η αδικία είναι, δυστυχώς, κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Και φυσικά, έτσι όπως τα πάθη των ανθρώπων δεν έχουν τελειωμό (και κορεσμό), λες και όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν –όπως επισημαίνει η μελωδία του Παπάζογλου.

Όπως στα μυθιστορήματα  «Πριμαρόλια» -της Αθηνάς Κακούρη, ή το «Πέταγμα της πεταλούδας» -του Ισίδωριου Ζουργού και στο κλασικό πια του μεγάλου μας Νίκου Καζαντζάκη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», βλέπουμε στην «αδικιά» την κουλτούρα, νοοτροπίες, ήδη, συνήθειες καθώς και τον ασφυκτικά γνώριμο κλοιό που πάντα επικρατεί και χαρακτηρίζει τις κλειστές Ελλαδικές κοινωνίες μέχρι και σήμερα.

Φανερή η αγάπη και το ενδιαφέρον της Γεωργίας Χιόνη για το νησί της Θάσου, την ιδιαίτερη  πατρίδα της δηλαδή. –που αποτελεί   σημείο αναφοράς στα περισσότερα βιβλία της  αλλά, όπως τονίζει και η ίδια η η συγγραφέας::  «Ψάχνουμε στο παρελθόν γιατί θέλουμε να μάθουμε, να βγάλουμε συμπεράσματα και να συγκρίνουμε. Να δούμε τι έγινε και τι θα έπρεπε να έχει γίνει. Γιατί το παρελθόν είναι ο καλύτερός μας δάσκαλος».

Κλείνουμε με ένα απόσπασμα του βιβλίου.

«Κάποιοι, σαν μύριζε χιονιάς και το σκοτάδι πύκνωνε για τα καλά ορκίζονταν  ότι άκουγαν σύρσιμο από αλυσίδες να αντηχεί στους βράχους και στα δύσβατα μονοπάτια που όργωνε ο Μακέδος για να μεταφέρει γράμματα και μυστικά έγγραφα των προεστών. Θυσίασαν έναν, για να σωθούν όλοι  οι υπόλοιποι. Τον οδήγησαν με τα μάτια κλειστά σαν το πρόβατο στη σφαγή, για να σωθούν οι φταίχτες. Όλοι τους. Όλο το χωριό. Κάθε ένας τους ξεχωριστά και όλοι μαζί συνωμότες…»

Share

2009©Kavalacity.net