Εκτύπωση

Τη φωνή μου, Ρε

Συγγραφέας: Κώστας Τσιαχρής.... Δημοσίευση στη κατηγορία Ο Κώστας Τσιαχρής γράφει...

Σας άρεσε το άρθρο?
(5 ψήφοι, μέση τιμή 5.00 από τα 5 αστέρια)

apopsiesΠαρατηρώ τον τελευταίο καιρό, καθώς περιηγούμαι σε διάφορες σελίδες ηλεκτρονικών εφημερίδων, τα σχόλια που κάνουν οι αναγνώστες πάνω σε ζητήματα της τρέχουσας επικαιρότητας, ιδιαίτερα σε όσα έχουν να κάνουν με τις αναμενόμενες περικοπές του νέου προγράμματος προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας στις απαιτήσεις των διεθνών δανειστών.

Ανάμεσα στις πολλές και διαφορετικές παρατηρήσεις, περισσότερο αξιοπρόσεκτες είναι εκείνες ορισμένων σχολιαστών οι οποίοι με εξαιρετικά κυνικό ύφος επευφημούν τη λήψη των σκληρών μέτρων, δίνοντας εύσημα στους εκπροσώπους των δανειστών για την άκαμπτη στάση τους απέναντι στην ελληνική κυβέρνηση και την ελληνική κοινωνία.

Η επιχειρηματολογία τους είναι κατά βάση σύμφωνη με τη λογική της φιλελεύθερης ιδεολογίας. Επικρίνουν με σφοδρότητα τις παθογένειες της ελληνικής διοικητικής μηχανής, καυτηριάζουν την αδράνεια των κυβερνητικών παραγόντων και τους κώδικες αλληλεγγύης

των ποικίλων συντεχνιών, υπερασπίζονται με πάθος την ανάγκη απεξάρτησης της οικονομίας από έναν μετασοβιετικό, κατά τα λεγόμενά τους, και άρα παρωχημένο κρατισμό, επισημαίνουν το παράταιρο της ύπαρξης ανθρώπινων συνθηκών εργασίας στον δημόσιο τομέα όταν στον ιδιωτικό καταλύεται κάθε κανόνας εργατικού δικαίου, συγχέουν σκόπιμα τα όρια ανάμεσα στις έννοιες « ανθρώπινες συνθήκες», «προνόμια», «κατάχρηση προνομίων», για να αποδείξουν με συνήθως ισοπεδωτικό τρόπο ότι οι εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα καταχρώνται τις δυνατότητες που τους παρέχει το κράτος, προκειμένου να φυγοπονούν συστηματικά, χωρίς να τους ελέγχει κανείς.

Επιπλέον, δηλώνουν ένθερμοι θιασώτες του βορειοευρωπαϊκού προτύπου διοίκησης, διατείνονται ότι με την εκχώρηση μέρους της εθνικής ανεξαρτησίας σε ξένους θεσμικούς παράγοντες δίνεται μια θαυμάσια ευκαιρία στο ελληνικό κράτος να αλλάξει νοοτροπία και να εκσυγχρονιστεί πιεζόμενο από τη διαμόρφωση ενός αδυσώπητα ανταγωνιστικού διεθνούς περιβάλλοντος, καλούν τους ελεγκτές του ελληνικού προγράμματος λιτότητας να μείνουν ανυποχώρητοι στις εκπτώσεις που ζητά το εγχώριο πολιτικό σύστημα φοβούμενο μήπως απολέσει τη δεδομένη εκλογική πελατεία του, διακηρύσσουν μεγαλόφωνα πως εκείνοι ανήκουν στην κατηγορία των έντιμων πολιτών που τηρούν με συνέπεια τις φορολογικές τους υποχρεώσεις, και πως ανέντιμοι είναι μόνο οι άλλοι.

Πολλά από τα επιχειρήματά τους είναι πράγματι ισχυρά, αν τ’ αντικρίσει κανείς από μία ρεαλιστική, και ίσως επικαιρική, βάση. Θεωρώ πως κανείς σώφρων άνθρωπος δεν έχει αντίρρηση ότι χρειάζονται διαρθρωτικές αλλαγές στη διοίκηση της ελληνικής πολιτείας, αφού υπάρχουν αγκάθια που δυσχεραίνουν τη διέλευση της χώρας προς ένα βιώσιμο αναπτυξιακό όραμα. Ίσως πράγματι υπό την πίεση μιας τόσο πνιγηρής οικονομικής κατάστασης αυτό να προβάλλει και ως η μοναδική επιλογή. Ίσως επίσης ο δημόσιος τομέας, με τον τρόπο που έχει οργανωθεί και λειτουργεί, να είναι ανασταλτικός παράγοντας σ’ αυτό το αναγκαίο άλμα εις δυσθεώρητο ύψος στο οποίο μας παροτρύνουν τα διεθνή κέντρα λήψης των αποφάσεων. Ίσως ως λαός να υστερούμε σε θέματα προγραμματισμού και διαχείρισης κρίσιμων καταστάσεων, και ίσως πάλι -μιλάω πάντα για τον γενικό κανόνα - να μας διακρίνει ένα είδος επανάπαυσης στα ήδη κεκτημένα και ν’ απουσιάζει από μέσα μας κάθε ίχνος φιλοδοξίας.

Το θέμα ωστόσο δεν είναι αν οι παραπάνω σχολιαστές έχουν δίκιο ή όχι, αλλά ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνουν τις τοποθετήσεις τους. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι αναλύσεις τους δεν έχουν τον χαρακτήρα μιας ψύχραιμης και τεκμηριωμένης ανάλυσης των δεδομένων, αλλά τη μορφή ενός λόγου αφοριστικού ή και κακεντρεχούς. Βασικό δε συστατικό των σχολίων τους είναι η χαιρεκακία. Εκφράζουν δηλαδή ευθαρσώς την ευχαρίστησή τους για τα παθήματα του συνόλου της απρονόητης ελληνικής κοινωνίας ή συγκεκριμένων επαγγελματικών κατηγοριών, ιδιαίτερα των υπαλλήλων του δημοσίου. Κατά ένα μέρος, η μικροψυχία τους είναι απολύτως δικαιολογημένη. Είναι φυσικό, σε συνθήκες εκτροχιασμού της κοινωνικής ισορροπίας, τα άλλοτε χαϊδεμένα παιδιά της ελληνικής πολιτείας να αντιμετωπίζονται πλέον με απροκάλυπτη εχθρότητα, να ξεσπά εναντίον τους η για δεκαετίες συσσωρευμένη αγανάκτηση των μη προνομιούχων, και κάθε ανατροπή στον μακάριο εργασιακό βίο των πρώτων να γίνεται αποδεκτή με τυμπανοκρουσίες από τους δεύτερους.

Από το φυσιολογικό όμως μέχρι το ηθικό υπάρχει μία μεγάλη απόσταση. Από το ανθρωποειδές μέχρι τον άνθρωπο μεσολαβούν χιλιάδες Ιμαλάια. Το ζήτημα είναι ίσα–ίσα να διατηρεί κανείς την ανθρωπιά και το ήθος του μέσα σε τέτοιες δυσχερείς κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, να μην καταδέχεται περικοπές στην αξιακή του περιουσία. Αναγνωρίζω πως και οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τα βέλη που εκτοξεύονται εναντίον τους, αφού οχυρωμένοι πίσω από την ασπίδα της μονιμότητας, της ατιμωρησίας και των μέχρι πρόσφατα ικανοποιητικών αμοιβών τους, έκαναν τα στραβά μάτια μπροστά στις αδικίες και στις στρεβλώσεις που λάμβαναν χώρα στον ιδιωτικό εργασιακό τομέα. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δε δικαιολογεί τη χαιρεκακία που με αβασάνιστο τρόπο ξετυλίγεται τον τελευταίο καιρό εναντίον τους.

Και για να μην περιοριστεί ο λόγος μόνο στην περίπτωση των δημοσίων υπαλλήλων, πολύ περισσότερο απαράδεκτη είναι η κακεντρεχής αποθέωση πρακτικών απέναντι στην ελληνική κοινωνία, που ισοδυναμούν με εκβιασμό, με βασανιστήριο, με τιμωρία. Η πλειονότητα των Ελλήνων επιζητά την κάθαρση στη δημοσιονομική και πολιτική μας ζωή. Οι περισσότεροι αναγνωρίζουν πως έχουν γίνει τραγικά λάθη στο παρελθόν, και πως κατά έναν τρόπο συμμετείχαν και εκείνοι, αν όχι στην αποδιοργάνωση της δημόσιας ζωής, τουλάχιστον στην ανοχή απέναντι σε φαινόμενα παραφθοράς των θεσμών. Το να αλλάξουν όλα αυτά εν μια νυκτί, όπως εκβιαστικά επιζητούν οι υποστηρικτές των δογμάτων του σοκ, μάλλον ανάγεται στη σφαίρα του φανταστικού. Οτιδήποτε επιβάλλεται σε μία κοινωνία ως ξένο σώμα με καταναγκαστικές μεθόδους, δύσκολα μπορεί να ριζώσει σε βάθος. Μοιάζει περισσότερο με μια μικρή αδύναμη ρίζα που με το πρώτο ράπισμα του αγέρα πετιέται προς τα έξω και παρασύρει στον θάνατο τον οργανισμό που κουβαλούσε. Άλλωστε πρέπει να διακρίνει κανείς μεταξύ σκοπιμοτήτων και σκοπού, μήπως δηλαδή πίσω από έναν μεγαλεπήβολο σκοπό περί αναδιοργάνωσης του ελληνικού κράτους, κρύβονται απλώς κάποιες οικονομικές και γεωπολιτικές σκοπιμότητες των μεγάλων παικτών της διεθνούς πολιτικής σκακιέρας.

Σε κάθε περίπτωση λοιπόν, ας κρατήσουμε ανέγγιχτη την ανθρώπινη φωνή μας. Ας την προφυλάξουμε από κείνο το διαβολάκι που θέλει να σκαρφαλώσει πάνω της από τα έγκατα του πρωτόγονου εαυτού μας. Ας την κατευθύνουμε στον δρόμο του πολιτισμού, ακόμη κι αν γύρω μας όλα μας καλούν να γίνουμε κανίβαλοι. Τη φωνή μας ρε, κι ας μην έχουμε να φάμε. ....για να παραφράσω έναν αγαπημένο μου ποιητή, τον Γιάννη Στίγκα.

Share

2009©Kavalacity.net