Εκτύπωση

Johann Johannsson: "The Miner's Hymns"

Συγγραφέας: Κώστας Τσιαχρής.... Δημοσίευση στη κατηγορία Ο Κώστας Τσιαχρής γράφει...

Σας άρεσε το άρθρο?
(5 ψήφοι, μέση τιμή 5.00 από τα 5 αστέρια)

minershymns2 Each for all, all for each

Ο Johann Johannsson από την Ισλανδία ακολουθεί μία σπουδαία μουσική παράδοση που η παγωμένη αυτή χώρα έχει να επιδείξει τα τελευταία 30 χρόνια, με καλλιτέχνες που ξεπέρασαν τα σύνορα της πατρίδας τους και σημείωσαν μεγάλη επιτυχία ακόμη και στην Αμερική, όπως οι Sugarcubes, η Bjork, οι Sigur Ros, οι Mum. Κινούμενος στο χώρο της ηλεκτρονικής μουσικής, ο Johann Johannsson είναι δημιουργός αέρινων και γνήσια λυρικών ηχητικών τοπίων, ένας αληθινός ζωγράφος των ήχων. Το έργο The Miner’s Hymns κυκλοφόρησε το 2011 και ακολουθεί το αριστούργημα του καλλιτέχνη Fordlandia [2008] στη θρυλική εταιρεία 4AD και υφολογικά είναι εντελώς διαφορετικό. Απουσιάζουν οι λυρικές εξάρσεις και οι λαβύρινθοι των εγχόρδων, ενώ ο ήχος είναι προκλητικά γυμνός. Το έργο αποτελεί στην πραγματικότητα την ηχητική επένδυση του ντοκιμαντέρ του Αμερικανού σκηνοθέτη Bill Morrison σχετικά με τη ζωή και τους αγώνες των ανθρακωρύχων του Durham στη Βορειοανατολική Αγγλία. Johann JohannssonΟι αγώνες αυτοί βασισμένοι στο σύνθημα « Ένας για όλους, όλοι για έναν» ενέπνευσαν τον Ισλανδό μουσικό να δημιουργήσει μία δουλειά μέσα από την οποία να αναδεικνύονται τα ιδανικά των κοινοτήτων των ανθρακωρύχων και του εργατικού κινήματος του 19ου αιώνα στην Αγγλία : την ενότητα, την αγωνιστικότητα, την αλληλεγγύη, την ελπίδα. Το σημαντικό είναι μάλιστα ότι ο δίσκος του Johannsson κατορθώνει να αποσπάται από την εικόνα και να ακούγεται ως αυτόνομη μουσική πρόταση. Ο ήχος του είναι αφαιρετικός, μινιμαλιστικός και ρευστός, κι από την άποψη αυτή θυμίζει έργα του περίφημου Wim Mertens. Κυριαρχούν τα χάλκινα πνευστά τα οποία δημιουργούν μια σκοτεινή και θρηνώδη ατμόσφαιρα, γεμάτη σιωπές, επαναλαμβανόμενα μοτίβα και επικές πινελιές. Οι συνθέσεις κυλούν με αργό ρυθμό και σπάνια οδηγούνται σε λυρικές εξάρσεις ή ηχητικές εκρήξεις. H ανατριχίλα εδώ χτίζεται μέσα από τις παύσεις των οργάνων, που θαρρείς πως σε κυκλώνουν ύπουλα, για να σε κάνουν να δονείσαι με τους δικούς τους παλμούς, για να σε μυήσουν στα μυστικά μιας υπόγειας ζωής, ενός ονείρου καρφωμένου στα σκοτεινά τούνελ των ορυχείων.

Απ’ αυτή την άποψη το The Miner’s Hymns είναι ένα αποκαλυπτικό έργο. Είναι ένας δρόμος να επιστρέψει κανείς στις ρωγμές του, να κοιτάξει μέσα βαθιά και να εκπλαγεί με το πόσο σκοτάδι παραμένει μέσα του αχαρτογράφητο. Οι συνθέσεις του δίσκου μοιάζουν περισσότερο με αρχετυπική μουσική, με ακατέργαστα λυρικά διαμάντια που μένουν επίτηδες μέσα στα πετρώματά τους για να σε καλούν να σκάβεις ολοένα βαθύτερα, ολοένα σκοτεινότερα. Οι τίτλοι επίσης είναι ενδεικτικοί των μηνυμάτων που θέλει ο Johannsson να περάσει, πικρά ειρωνικοί αν αναλογιστεί κανείς πόσο έχουν εκτροχιαστεί οι ανθρώπινες αξίες στις μέρες του Κανενός [“Industrial and Provident, We unite to Assist Each Other”, “ An injury to One is the Concern of All”]. Το The Miner’s Hymns είναι ένας δύσκολος μεν δίσκος, αλλά αληθινά λυτρωτικός για όποιον έχει την τόλμη να απαιτεί από τον εαυτό του συνεχείς ανασκαφές. Τολμήστε να επιστρέψετε στον άνθρωπο, ακούγοντάς το. Να αφουγκραστείτε τον ήχο που κάνει πλαταγίζοντας ο ανθρώπινος πόνος, να κυματίσει μέσα σας άγριο αίμα, να σηκωθεί ένας βοριάς αυτογνωσίας και σπάσει κάθε αλυσίδα που σας δένει με την αδυναμία.

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μετάφραση του βιβλίου που συνοδεύει τον δίσκο. Τη μετάφραση έκανε ο γράφων.

Οι μπάντες παρελάσεων και η μουσική τους έχουν πολύ μεγάλη σχέση με τη Βορειονανατολική Αγγλία, και ιδιαιτέρως με τα ανθρακωρυχεία. Μία από τις πρώιμα γνωστές μπάντες ήταν η Coxlodge Institute Band της κομητείας του Durham, η οποία δημιουργήθηκε το 1808. Η μπάντα έπαιξε σε μία χοροεσπερίδα για να γιορταστεί το άνοιγμα ενός πηγαδιού στο ανθρακωρυχείο Gosford, στο Newcastle το 1821, όπου 300 άνθρωποι χόρεψαν με τη μουσική τους 1.100 πόδια κάτω από την επιφάνεια της γης.

Περίπου στα μέσα του 19ου αιώνα, η δημιουργία μουσικής ήταν, ίσως για πρώτη φορά, ένα απαραίτητο κομμάτι της κοινοτικής ζωής κι όχι απλώς ένα εντρύφημα για τις υψηλές και τις μεσαίες τάξεις. Μπάντες και χορωδίες ξεπηδούσαν σε όλες τις επαρχίες και τα μέλη τους προέρχονταν κατά κύριο λόγο από τις εργατικές τάξεις. Το 1850 σχεδόν κάθε χωριό, ορυχείο και συγκρότημα από μύλους στο Βορρά της Αγγλίας είχε τη δική του μπάντα και ίσως η πλειονότητα των ανδρών που έπαιζαν στις μπάντες της εργατικής τάξης ήταν εργάτες ορυχείων.

Η αγροτική και Βιομηχανική Επανάσταση εκείνης της εποχής, συνδυασμένη με την αστικοποίηση, είχαν πολύ μακρινές επιδράσεις στα φτωχότερα πληθυσμιακά σύνολα της Βρετανίας και στη μορφή της λαϊκής μουσικής. Ακολουθώντας τη βιομηχανοποίηση, οι μπάντες σχηματίζονταν από εργάτες στα εργοστάσια, στα ορυχεία και στους μύλους και παρόλο που τα εργατικά στρώματα έπρεπε να δουλεύουν για πολλές ώρες με πενιχρές απολαβές, ανατρέφονταν έτσι ώστε να εκτιμούν τον λιγοστό ελεύθερο χρόνο που διέθεταν κι αυτός ο πολύτιμος χρόνος της σχόλης οργανωνόταν ολοένα και πιο καλά. Η επέκταση και η καθιέρωση του ελεύθερου χρόνου από τα μέσα του 19ου αιώνα ήταν δύο από τις καίριες κοινωνικές αλλαγές της βιομηχανικής εποχής και η τακτική, εβδομαδιαία πρόβα μιας μπάντας σε καθορισμένο τόπο και χρόνο ήταν το αποτέλεσμα της εφαρμογής του νέου εργατικού δικαίου. Η δημιουργία μουσικών συνόλων ενθαρρυνόταν από προοδευτικούς βιομηχάνους και ιδιοκτήτες ορυχείων και μύλων για διάφορους λόγους. Έδειχναν ζήλο στη διοργάνωση ανοιχτών εκδηλώσεων και θεαμάτων για τους εργάτες και προσπαθούσαν να προσδώσουν λάμψη σε τυπικές περιστάσεις, όπως πολιτικές συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις. Κάποιοι βιομήχανοι επιδίδονταν στην ηθική ανάταση και στην πολιτιστική αναμόρφωση των εργατών, κι έβλεπαν τη δημιουργία της μουσικής ως πολιτιστική επίδραση κι ως ένα κίνητρο για να στραφούν τα εργατικά στρώματα προς την ηθική και τον θετικό τρόπο σκέψης. Η υποστήριξή τους, επίσης, οφειλόταν ίσως και στην προσπάθειά τους να αποκτήσουν ένα είδος πολιτικού ελέγχου των εργατών, εξαιτίας του φόβου αναταραχών και πιθανής απεργιακής δράσης ή ακόμη και επανάστασης.

Άλλη μία σημαντική παράμετρος στην εξέλιξη των μουσικών συγκροτημάτων των ορυχείων κατά τον 19ο αιώνα ήταν η νέα δυνατότητα που εμφανίστηκε για τους μουσικούς να ταξιδεύουν. Οι μπάντες αυτές ήταν περιζήτητες σε παραθαλάσσια θέρετρα, επιδείξεις, ανθοκομικές εκθέσεις, Κυριακάτικες σχολικές εκδρομές και σε άλλες παρόμοιες εκδηλώσεις, και η μαζική εξάπλωση του φθηνού ταξιδιού με το σιδηρόδρομο από το 1840 υπήρξε ο καθοριστικός παράγοντας για την εύκολη μετακίνησή τους. Οι σιδηροδρομικές εταιρείες, πεπεισμένες αρχικά από τον Thomas Cook, διέθεσαν εισιτήρια με ειδική έκπτωση, κι αυτό υπήρξε ζωτικής σημασίας για την εξάπλωση του κινήματος των μουσικών συγκροτημάτων των ορυχείων. Εξίσου μεγάλης σπουδαιότητας ήταν οι ατελείωτες ευκαιρίες που παρείχαν αυτές οι μπάντες για διάφορες κοινωνικές δράσεις.

Στα ανθρακωρυχεία της Βορειοανατολικής Αγγλίας, το σπουδαιότερο κοινωνικό γεγονός ήταν παρασάγγας το Γκαλά των ανθρακωρύχων του Durham [Durham Miners Gala], η αλλιώς «η Μεγάλη Συνάντηση» [Big meeting], το οποίο λάμβανε χώρα κάθε χρόνο τον Ιούλιο από το 1871. Στις μεγάλες του δόξες, το Γκαλά προσέλκυε πάνω από 250.000 ανθρώπους, και ήταν το σημαντικότερο συνδικαλιστικό γεγονός σε όλη την Ευρώπη. Ήταν ταυτόχρονα πολιτικό γεγονός και κοινωνικό φεστιβάλ.

O Michael Foot, πρώην ηγέτης του Εργατικού κόμματος, είχε μιλήσει στο Durham Miners Gala σε αρκετές περιστάσεις και το θυμάται με τον εξής τρόπο:

«Ξεκίνησα εκεί το 1947. Το Durham Miners Gala είναι μια θαυμάσια περίπτωση σήμερα, καθώς διοργανώνεται όπως συνήθως σε αυτή την όμορφη πόλη. Αλλά εκείνες τις μέρες ήταν απολύτως συνταρακτικό. Υπήρχαν, όπως βλέπεις, τόσα πολλά περίπτερα κι έπρεπε να ξεκινήσουν να τα φέρνουν μέσα στις 8.30 το πρωί. Ο παλμός της πόλης εξαιτίας αυτού του πράγματος ήταν ολοζώντανος από νωρίς το πρωί μέχρι τη στιγμή που θα έφευγες. Κι έφευγες ολοκληρωτικά μεθυσμένος – εννοώ μεταφορικά διότι κατά τη γνώμη μου υπήρχαν πολύ λίγες περιπτώσεις αληθινού αλκοολισμού - από τη μουσική, τα πανό κι από τα πάντα σ’ αυτή την όμορφη πόλη. Σε συνέπαιρνε κυριολεκτικά. Εκείνη την εποχή ήταν μακράν το καλύτερο φεστιβάλ της εργατικής τάξης στην επαρχία. Μακράν το καλύτερο. Ήταν απλά απολαυστικό».

Οι ανθρακωρύχοι ήταν μία επιδραστική ομάδα στην ιστορία της Βρετανικής εργατικής τάξης. Το 1910 τα σωματεία των ανθρακωρύχων είχαν έξι φορές περισσότερα μέλη από το αμέσως επόμενο σωματείο. Όταν ο Michael Foot επισκέφτηκε για πρώτη φορά το Durham, υπήρχαν 750.000 ανθρακωρύχοι ενταγμένοι στο Εθνικό Σωματείο Ανθρακωρύχων.

Το 1903, το Γκαλά καθιερώθηκε ως ετήσια αργία. Έγινε η μοναδική περίσταση σε όλο τον χρόνο κατά την οποία άνθρωποι από όλα τα ανθρακωρυχεία συναντιούνταν και ανανέωναν παλιές φιλίες. Αυτό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για τον χώρο των μεταλλείων, στον οποίο υπήρχε μεγάλη κινητικότητα, αφού έκλειναν τα ανενεργά ορυχεία κι άνοιγαν καινούργια.

Ένας τακτικός θαμώνας το περιέγραψε παραστατικά στους κοινωνιολόγους Huw Benyon και Terry Austrin λέγοντας : «Αναστάτωνε τα βάθη της ψυχής σου και δεν ήξερες αν θα έπρεπε να γελάσεις ή να ξεσπάσεις σε λυγμούς όλη τη μέρα. Είναι μέρος της κληρονομιάς μας αυτό. Κομμάτι της εργατικής τάξης. Κομμάτι της ζωής μας. Είναι κάτι που το κρατάμε πάντα ως θησαυρό».

Ο πρώην μεταλλωρύχος, συνδικαλιστής και τοπικός παράγοντας Jack Lawson έγραψε σχετικά με τη βαρύτητα της εκδήλωσης στο βιβλίο του A man’s life, το 1932:

«Το Βig meeting είναι σχεδόν ένα κομμάτι της ζωής μας στα ορυχεία όσο και ο καθεδρικός ναός είναι κομμάτι της πόλης του Durham. Όπως κάθε άλλος μεταλλωρύχος, βρήκα νωρίς τον δρόμο μου για την ετήσια εκδήλωση, και πήγαινα τακτικά για πολλά χρόνια. Ακόμη και τώρα πηγαίνω κάθε χρόνο, διότι αποτελεί για μένα μία από τις πιο εντυπωσιακές κι εμψυχωτικές εμπειρίες που ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει. Είναι απολαυστικό να παρελαύνεις με το περιβραχιόνιο και το πανό σου, κι επίσης να παρακολουθείς αυτό το ζωντανό θέαμα από κάποιο ψηλό σημείο που σου προσφέρει καλή θέα, απ’ όπου το βλέπεις σαν ένα μακρύ συνεχόμενο σύνολο. Επισήμως αυτή η συγκέντρωση αποκαλείται Γκαλά, αλλά για τους ανθρακωρύχους και τις συζύγους τους, που έρχονται από κάθε μεριά του Durham, είναι η «Μεγάλη Συνάντηση» [Big meeting].

Πανό με πανό, περιβραχιόνιο με περιβραχιόνιο, συνοδεύονται από τα μέλη των συνδικάτων και τις συζύγους τους. Από μακρινά μέρη κι από μεγάλα ανθρακωρυχεία έχουν ξεκινήσει την παρέλαση. Κάτω, απ’ τα σύνορα των ανθρακωρυχείων, και πάνω, απ’το κέντρο της πόλης έχουν περάσει κρατώντας το ρυθμό ζωντανό σε όλους τους δρόμους. Από τις 8 το πρωί έχουν μπει μέσα στην πόλη του Durham, και μέχρι το μεσημέρι η ολοφάνερα ατελείωτη παρέλαση συνεχίζεται»

Ο Lawson επίσης με εύγλωττο τρόπο περιγράφει όσα διαδραματίζονταν στο ίδιο το Γκαλά : «Πρώτα περνάει το μεγάλο πανό που μεταφέρεται από επιλεγμένους άνδρες που ξέρουν πως να το κρατούν ή που η δύναμή τους θα τους βοηθήσει λίγο. Το να τοποθετούν τα κοντάρια μέσα στη μπρούντζινη θήκη που αναπαύεται στο στήθος τους και που κρατιέται με δερμάτινα λουριά γύρω από τους ώμους, είναι σπουδαία τέχνη. Το πανό των ανθρακωρύχων έχει σχεδόν τη δική του προσωπικότητα. Μεγάλη προσοχή έχει δοθεί στο χρώμα, στο σχέδιο και στο μέγεθος. Πολλές επαφές έχουν γίνει με τον καλλιτέχνη και την εταιρεία που έχουν επιλεγεί, προκειμένου να φέρουν σε πέρας τις επιθυμίες των μελών του σωματείου να δώσουν ζωή σ’ αυτό το πανό, και μία από τις σπουδαιότερες μέρες στην ιστορία του ανθρακωρυχείου ήταν όταν έγιναν τα αποκαλυπτήριά του. Ένα ανθρακωρυχείο χωρίς πανό είναι κάτι σχεδόν αδιανόητο. Μεγάλη συζήτηση γίνεται για τη σχεδίαση και το κόστος του, και θεωρείται μεγάλη τιμή για εκείνον που επιλέγεται να κόψει τη μεταξωτή κορδέλα και να μιλήσει στο μεγάλο πλήθος κατά το ξεδίπλωμά του. Αυτό το έμβλημα είναι περισσότερο αγαπητό σε έναν ανθρακωρύχο από οποιαδήποτε στρατιωτική σημαία σε έναν στρατιώτη, δείχνοντας τον Καλό Σαμαρείτη να περιποιείται έναν πληγωμένο οδοιπόρο, στα χρώματα του κόκκινου, του μπλε και του χρυσού. Οι επίσημοι του συνδικάτου περπατούν περήφανα δίπλα στο πανό τους, ενώ πίσω τους έρχονται η μπάντα και οι άνδρες και γυναίκες του ορυχείου. Περπατούν στις λεωφόρους, ανάμεσα σε τοίχους από θεατές που στοιβάζονται σε κάθε μεριά του δρόμου. Προσφωνήσεις ακούγονται από το πλήθος προς τους φίλους και συγγενείς τους μέσα στην παρέλαση, και χέρια δίνονται καθώς περνούν. Μερικές φορές η παρέλαση χαμηλώνει το ρυθμό της, άλλες πάλι σταματάει και τότε οι παρελαύνοντες και οι θεατές πλημμυρίζουν το μακρύ δρόμο όσο μπορεί το μάτι να δει.

Πάνω από τα πανό που φτερουγίζουν, το παλιό τετράγωνο κάστρο, πάνω στα θεμέλιά του από βράχο, αναδύεται με καθαρό σχήμα στον ορίζοντα, δείχνοντας να εμποδίζει τη συνέχιση της πορείας. Αλλά η πομπή συνεχίζεται, και καθώς περνάει αργά πάνω από τη γέφυρα, μπορεί κανείς να δει τις σκιές των δέντρων σα χαραγμένες εικόνες μέσα στα φαινομενικά ακίνητα νερά του ποταμού. Σταδιακά οι παρελαύνοντες στριμώχνονται στο στενό δρόμο που αποκαλείται Silver, πέρα από τον θαυμάσιο Καθεδρικό ναό [μισό εκκλησία του θεού, μισό κάστρο ] που στέκεται εκεί τόσο γκρίζος και ήσυχος πάνω στα εδάφη του. Στρίβοντας και γυρίζοντας σε στενές κλειστές στροφές, η πομπή κινείται μεγαλόπρεπα στον πλατύ δρόμο που οδηγεί πέρα από το πανέμορφο κόκκινο Shire Hall και το μεγάλο ζοφερό κτήριο των Φυλακών, ώσπου τελικά φτάνει στον φαρδύ απλόχωρο στίβο τον οποίο διασχίζει ο ποταμός Wear.»

Το γκαλά ήταν επίσης μία ευκαιρία για να τιμηθούν οι ανθρακωρύχοι που είχαν πεθάνει σε ατυχήματα κατά το προηγούμενο έτος. Τα σωματεία των οποίων κάποιο μέλος είχε σκοτωθεί, μετέφεραν τα πανό τους επενδυμένα με μαύρο ύφασμα, και πριν από τους λόγους τους η μπάντα ενός ορυχείου έπαιζε το Gresford, γνωστό επίσης ως ο «Ύμνος των μεταλλωρύχων». Το Gresford είχε συντεθεί το 1936 από τον Robert Saint, έναν μεταλλωρύχο στο ορυχείο Hebburn της κομητείας του Durham, σε ανάμνηση των 266 μεταλλωρύχων που έχασαν τις ζωές τους στην καταστροφή ενός ορυχείου στο Gresford της Ουαλίας το 1934.

Αυτό το βαθύ νόημα του θανάτου, ως πηγή ενότητας [και κοινωνικού αποκλεισμού] άρχισε να κατακλύζει δυναμικά τα γκαλά που έλαβαν χώρα μετά από τόσες μαζικές απώλειες ζωών. Το 1951, για παράδειγμα, δύο μεγάλες εκρήξεις συνέβησαν στα ορυχεία του Durham, η χειρότερη στο ορυχείο Easington όπου 83 μεταλλωρύχοι πέθαναν. Εκείνη τη χρονιά, ένα πελώριο πλήθος από μεταλλωρύχους παρευρέθηκε στο γκαλά. Τόσο πυκνές ήταν οι μάζες ώστε οι λόγοι είχαν αρχίσει να εκφωνούνται πριν όλα τα σωματεία να έχουν παρελάσει μέσα στο στίβο. Τότε :

«Ψηλά στην πλαγιά του λόφου υπήρχε ένα μοναχικό πανό που κινούνταν αργά πάνω απ΄τα κεφάλια του τεράστιου πλήθους. Μαζί με τους επισήμους του σωματείου στεκόταν ο εφημέριος της τοπικής εκκλησίας. Δεν υπήρχε καμία μπάντα, κανένας θόρυβος, απλά ένα πανό ανάμεσα σε άλλα που είχαν ήδη τοποθετηθεί γύρω από τον στίβο. Το πανό με τη μαύρη επένδυση είχε μεταφερθεί τελευταίο ως ένδειξη σεβασμού και τιμής προς ανθρώπους που είχαν χαθεί στη φοβερή καταστροφή, και μέσα στο ίδιο κλίμα σεβασμού και τιμής είχε μεταφερθεί και χαιρετιστεί στη διάρκεια εκείνης της μακριάς ημέρας. Ναι ήταν το Easington. Το πανό έγινε ο πόλος έλξης για κάθε βλέμμα, καθώς περιφερόταν ανάμεσα στους χιλιάδες ανθρώπους μέσα στους δρόμους του Durham, από την North Road μέχρι τη Silver street, κι από το Elvet μέχρι τον στίβο. O Reverend Beddoes, εφημέριος του Easington, είπε για τον τρόπο με τον οποίο το υποδέχονταν : «Ερχόμουν αντιμέτωπος με όλες τις εκφράσεις της συμπάθειας και της αγάπης που οι καλοί άνθρωποι του Durham μπορούσαν να εκδηλώσουν. Ερχόμουν αντιμέτωπος με φλεγόμενες καρδιές, με επευφημίες και με σιωπή και με δάκρυα, κι οι άνδρες μας ποτέ δε θα έχουν ένα καλύτερο μνημόσυνο απ’ αυτό που ζει στην καρδιά της παράδοσης του Durham. Άνδρες και γυναίκες χάιδευαν το πανό λες και προσπαθούσαν να σφίξουν τα χέρια όσων είχαν δώσει τη ζωή τους στα μεταλλεία.

«Ένας για όλους, όλοι για έναν» ήταν το σύνθημα που αναγραφόταν στο πανό του συνδικάτου Boldon στα μέσα του 1920, αντανακλώντας την αυξανόμενη επιρροή και διασύνδεση με το εργατικό κίνημα, αλλά και την ιδέα της δύναμης των ενωμένων εργατών. Τα πανό έγιναν τα εμβλήματα των ελπίδων και των προσδοκιών που είχαν οι κοινότητες των μεταλλωρύχων για κοινωνική και πολιτική πρόοδο.

Επομένως, οι ιστορίες των κοινοτήτων των μεταλλωρύχων, η ευελιξία, η δύναμη και τα πιστεύω τους μπορούν να γίνουν κατανοητά μέσα από το ίδιο το γκαλά, το επαρχιακό φεστιβάλ στο οποίο οι ανθρακωρύχοι και οι οικογένειές τους συγκεντρώνονταν στην πόλη, στο κέντρο της περιοχής των ορυχείων. Η μουσική είχε έναν κεντρικό ρόλο στο γεγονός και στις ίδιες τις κοινότητες, συμβάλλοντας στη βίωση κοινών εμπειριών και διαμορφώνοντας την ταυτότητα της κουλτούρας των ανθρακωρύχων.

Δίνοντας τον τίτλο The Miner’s Hymns σ’ αυτή τη δουλειά, ο Johann Johannsson και ο Bill Morrison αποτίουν φόρο τιμής σ’ αυτές τις συναρπαστικές μουσικές και κοινωνικές παραδόσεις. Κι αν ο αφανισμός της βιομηχανίας των ορυχείων στα τέλη του περασμένου αιώνα σηματοδότησε την ύστατη πνοή της Βιομηχανικής επανάστασης, ο δυναμικός ήχος των συνθέσεων του Johannsson για πνευστά και όργανο, και το κολάζ από φιλμς αρχείου του Morrison προσφέρουν μία θλιβερή ελεγεία για το παρελθόν και για το πνεύμα και τους [συνεχιζόμενους] αγώνες των άλλοτε κοινοτήτων των μεταλλωρύχων.

Μετάφραση Κώστας Τσιαχρής 

Share

2009©Kavalacity.net