Εκτύπωση

Λεονταρισμοί

Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Τσιαχρής.... Δημοσίευση στη κατηγορία Ο Κώστας Τσιαχρής γράφει...

Σας άρεσε το άρθρο?
(13 ψήφοι, μέση τιμή 5.00 από τα 5 αστέρια)

377418-óÜñùóç0001

Διήγημα

Ήταν σίγουρο, ο κύριος Δ. είχε αγριέψει. Παρά τη συμφωνία να παρουσιάζεται η υποταγή ως συνεργασία και ο εξουσιαζόμενος ως εταίρος, η τροπή των πραγμάτων ήταν διαφορετική. Ήταν άλλωστε και ζήτημα αναλογιών. Έπρεπε να φανεί ποιος έχει το πάνω χέρι σ' αυτή την εξέλιξη.

Μέχρι τώρα η Κυβέλη τα είχε καταφέρει ικανοποιητικά. Είχε δικαιολογήσει με πειστικό τρόπο στα κακομαθημένα της τις συνθήκες επιβολής του ελέγχου, επινοώντας ηχηρές εκφράσεις, από τις οποίες τα κακομαθημένα γοητεύονταν. «Το επιβάλλει η σωτηρία της οικογένειας» επαναλάμβανε κάθε τόσο, χρωματίζοντας τη φωνή της με τον απαιτούμενο τόνο αποφασιστικότητας και συνάμα δραματικότητας. Και το μυαλό και το συναίσθημα, -σκεφτόταν διαρκώς - πρέπει να ερεθίζονται ισόποσα, ώστε η κάμψη των αντιστάσεων να είναι απόλυτη. Κι όποτε τα κακομαθημένα ύψωναν ερωτηματικά και η αμφιβολία καλούπωνε το πρόσωπό τους, εκείνη σήκωνε από τις αράχνες του τον μπαμπούλα της μιζέριας. Έπαιρνε βαθιά ανάσα και

τον φούσκωνε με δύναμη. Σιγά-σιγά θέριευε ο κορμός και ο όγκος που μεγάλωνε, εκτόπιζε χώρους ασφάλειας στην ψυχή των κακομαθημένων. Προτού η Κυβέλη προλάβει να φουσκώσει το κεφάλι και τα άκρα, τα κακομαθημένα είχαν ήδη φορέσει το ύφος της εμπιστοσύνης.

Και ο κύριος Δ., όμως, ήταν πολύ προσεκτικός στις διατυπώσεις του. Φρόντιζε πάντοτε να τυλίγει τις απαιτήσεις του με το χρωματιστό χαρτί της θεραπείας. Γιατί τα κακομαθημένα, όπως τόνιζε, είχαν αρρωστήσει από τον ιό της απειθαρχίας. Που ξηλώνει αδυσώπητα όσα πλέκει με κόπο η ηθική. Που κάνει το μαχαίρι της λογικής να στομώνει. Κάθε του απαίτηση έπαιρνε το σχήμα ζαχαρωτού, τη γεύση της σοκολάτας, την υφή της κρέμας. Έτσι, τα κακομαθημένα κατάπιναν τις εντολές, χωρίς να γεύονται την πικρίλα που θαβόταν κάτω από τόνους ζάχαρης. Είχαν οδηγηθεί, μάλιστα, σε ένα περίεργο αίσθημα εξάρτησης. Παρακαλούσαν την Κυβέλη να φέρνει πιο συχνά τον κύριο Δ. στο σπίτι. Που έχει πάντοτε στο φάκελό του γιατρικά της γεύσης. Που ημερώνει την απείθαρχη βούληση των παιδιών με ζαχαρένιους πειρασμούς. Η Κυβέλη παρηγοριόταν, πιστεύοντας πως κάποια στιγμή η πολλή ζάχαρη θα έκανε το θαύμα της, θα ξερίζωνε οριστικά κάθε βλαστάρι αντίστασης ή θέλησης για αντίσταση από το μυαλό τους. Τα κακομαθημένα όμως μετά την ώρα της ηδονής, αποσύρονταν κάθε φορά στο υπόγειο. Και συνωμοτούσαν, ολοένα συνωμοτούσαν. Το αισθανόταν πως κάτι δεν πάει καλά τη στιγμή που όλα έδειχναν πως πήγαιναν καλά. Η Κυβέλη γέμισε το σπίτι κοριούς. Αλλά αυτά, ήταν σίγουρη, έβρισκαν τρόπο να πουν κάτι που η ίδια δεν ήταν σε θέση να ακούσει.

Μια μέρα μπήκε στο υπόγειο αφηνιασμένη, είχαν πήξει τα σάλια στα χείλη της. «Σταματήστε αυτή την παρωδία» σκλήρισε κυρτώνοντας τα δάχτυλα απειλητικά. Τα κακομαθημένα γέλασαν υποχθόνια και πήραν τη στάση αγγέλου. «Απλώς προετοιμάζουμε κι εμείς ένα ωραίο δώρο για τον ευγενικό μας, τον κύριο Δ.» είπαν συγχρονισμένα. Η Κυβέλη όρμησε στα χαρτιά και στα παιχνίδια τους. Τα έλεγξε ένα -ένα. Τίποτα. «Αν αντιληφθώ κάτι, θα μεταφερθεί με κάθε λεπτομέρεια στον κύριο Δ. Δε θα μοιραστώ το βάρος της συνενοχής». Τα κακομαθημένα, έβαζαν διπλή δόση αγγελικής μορφής στα μάτια τους. «Μανούλα, μπορεί ένα παιδάκι να προτιμήσει ποτέ το πικρό ;». Έτσι, η Κυβέλη ξαναησύχαζε.

Εκείνο το πρωί όμως, το πικρό ήρθε στη θέση του γλυκού. Ο κύριος Δ. έφερε μαζί του μπουκαλάκια και σύριγγες. Κι ύστερα δε φορούσε πια το γλυκό μουσταρδί πουλόβερ αλλά μια λευκή ιατρική μπλούζα. Από το ανοιχτό παράθυρο ο ήλιος του φόρτωνε πολλά διαφορετικά πρόσωπα. Πρόσωπα που παιχνίδιζαν μαζί με τα μόρια της σκόνης. «Και τώρα θα μιλήσουν τα επιστημονικά μεγέθη» επαναλάμβανε ψυχρά και οι κόρες των ματιών του γίνονταν γραφικές παραστάσεις. Κολυμπούσαν μέσα τους ημίτονα κι εφαπτομένες κι άγνωστοι παράγοντες. Κι όλο το πρόσωπό του έχασε τις γραμμές και τις ρυτίδες του, έγινε μια τρύπα που προσκαλούσε κι άλλες τρύπες να καταφύγουν μέσα της, ένας άμορφος χρόνος που αναζητούσε ρολόγια, για να χυθεί πάνω τους και να τα τρελάνει. Τα κακομαθημένα, που με την ιδέα και μόνο του εμβολίου, χλόμιαζαν, ανέβασαν μαύρες σημαίες. Η Κυβέλη προσπαθούσε να σώσει την κατάσταση «Μπα σε καλό σας, κύριε Δ. Τι έξυπνο να θέλετε να επισημάνετε με έναν τέτοιο τρόπο τους κινδύνους της τερηδόνας στα κακομαθημένα μου! Είστε πραγματικά αξιολάτρευτος». Και δώστου να κάνει απεγνωσμένα νεύματα στον κύριο Δ. Εκείνος όμως παγετώνας. Μια μάζα από όχι. Σκούπιζε τα σάλια που δεν πρόλαβαν να γίνουν αρνήσεις. Στις φλέβες του έτρεχαν εμβατήρια, που να σταματήσει πια. «Τέρμα η ζάχαρη» φώναξε.

Τα κακομαθημένα αντάλλαξαν ματιές. Γύρισαν προς την Κυβέλη συντονισμένα με θολωμένο πρόσωπο. Αυτή σπάραξε βλέποντας τα πρόσωπά τους να χάνουν το φύσημα του Θεού και να γίνονται όλο και περισσότερο λάσπη. Στρίμωξε το μυαλό της σε μια γωνία του κρανίου, εκβιάζοντάς το για μια άμεση αντίδραση. Έστω υποκριτική, γιατί πάντοτε υπήρχε εκείνο το καταραμένο χαρτί της συμφωνίας. Ρούφηξε κάθε σταγόνα υποκρισίας που κυκλοφορούσε μέσα της κι άπλωσε στα μάτια της ένα απειλητικό βλέμμα. Στο cd player έπαιζε το Rid of me της PJ Harvey. Τα φρύδια της βούτηξαν μέσα στα πράσινα νερά των ματιών. Το στόμα ξεχαρβαλωμένο κρεμόταν όπως εξάρτημα από τρακαρισμένο αυτοκίνητο. Το χέρι υψωμένο, θαρρείς άγαλμα της ελευθερίας έτοιμο να πετάξει τον πυρσό του. Ο κύριος Δ. είχε ανοίξει τον φάκελό του και παίρνοντας το συμβόλαιο, έψαχνε σε ποια σελίδα περιλαμβανόταν κι αυτή η παράσταση. Σίγουρα κάτι του είχε διαφύγει.

Δεν πρόλαβε ωστόσο γιατί η Κυβέλη ήδη τσίριζε «Απαράδεκτο κύριε Δ. Δεν θα επιτρέψω να γίνει μια τέτοια ανατροπή. Σας προσκάλεσα ως σύμβουλο, για να προλαμβάνουμε κάθε πιθανό ολίσθημα μέσα σ' αυτό το σπίτι. Κι ως τώρα το είδατε πως όλα λειτουργούσαν άψογα. Ούτε μια χαραγματιά στο πρόγραμμα. Αυτό το σπίτι περπατούσε σαν κουρδιστό παιχνίδι. Εσείς το κουρδίζατε κι αυτό ανταποκρινόταν μ' ευχαρίστηση, με όραμα. Γιατί ναι κύριε Δ. πιστέψαμε στο όραμα μιας μετρημένης ζωής. Και ξαφνικά σταματάτε τη ζάχαρη ; Εγώ θέτω τους κανόνες εδώ μέσα, εσείς απλώς παρέχετε συμβουλές». Όλο το κορμί της είχε πάρει τώρα το σχήμα λιονταριού σε πλήρη έξαψη. Εξατμίζονταν από το δέρμα της απειλή και θυμός. Ο κύριος Δ. ξανάνοιξε το συμβόλαιο κι έψαχνε, ενώ τα κακομαθημένα σκέφτονταν «τι γελοία!». Μπήκαν τότε μπροστά κι άρχισαν να τραβάνε την Κυβέλη από τα μανίκια. «Μα μητερούλα» είπαν μ' ένα χνούδι φωνής «Εσύ δε μας έλεγες πόσο κακό κάνει η ζάχαρη; Γιατί να εκτεθούμε άδικα στους κινδύνους της τερηδόνας ; Θα χρειαστούμε αυτά τα δόντια για μεγάλες σπατάλες που θα 'ρθουν αργότερα. Ο κύριος Δ. έχει δίκιο. Τέρμα η ζάχαρη». «Τέρμα» επανέλαβε κι ο κύριος Δ. κουνώντας επιδεικτικά στον αέρα το συμβόλαιο.

Share

2009©Kavalacity.net