Εκτύπωση

Παππουδοϊστορίες

Συγγραφέας: Τόλης Βουρβουτσιώτης.... Δημοσίευση στη κατηγορία Ο Τόλης Βουρβουτσιώτης γράφει

Σας άρεσε το άρθρο?
(5 ψήφοι, μέση τιμή 5.00 από τα 5 αστέρια)

kafeneioΣυνεχίζοντας τα του χωριού… Κάποια στιγμή σταμάτησα στο καφενείο του Λάκη κι ήπια καφέ με τρεις τέσσερεις παππούδες κι ένα θειο μου.

Κουβέντα στη κουβέντα άρχισαν τις ιστορίες, όλες ποτισμένες με μια δόση θανατικού: Σε όλες, αστείες και μη, κάποιος πεθαμένος υπήρχε!

Είπε λοιπόν ένας για κάποιον που έχασε την γυναίκα του. Νέα! Περνούσε ο κόσμος να τον συλλυπηθεί, «ε, υπάρχουν και χειρότερα» τους έλεγε. Καμιά φορά η πεθερά του δεν άντεξε: «Τι λες μπρε αναθεματισμένε, τι χειρότερα από αυτό που μας έλαχε;».

«Υπάρχουν υπάρχουν… Άμα ήμουν εγώ στη θέση της?»

Κάπου το χα ξανακούσει…

Ο γηραιότερος, τότε, παίρνει θάρρος αφού δεν μιλούσε πολύ μέχρι τότε, και λέει τη παρακάτω ιστορία που δεν την είχα ξανακούσει… Κι αξίζει τον κόπο να την καταγράψω…

Πήγε κάποτε ο Μήτρος στο παζάρι για να αγοράσει ένα μουλάρι.

Κάποια στιγμή βλέπει ένα πολύ όμορφο, δυνατό και καλοφτιαγμένο. Πλησιάζει τον μπάρμπα που το πουλούσε το συζητάνε, κι η τιμή καλή ήταν. Θα το πάρω, αποφάσισε!

Ο μπάρμπας όμως ήταν λίγο διστακτικός…

«Φίλε μ’ επειδή σε συμπάθησα κι επειδή είμαι καλός άνθρωπος και δεν την πάει την αδικία η καρδιά μ΄ θα στο πω: Το μλάρ είναι τέλειο, από υγεία κι από δουλειά δεν έχει άλλο τέτοιο. Ένα πρόβλημα έχει μόνο. Δεν πρέπει να το πλησιάσει γυναίκα! Θα την σκοτώσει το δίχως άλλο…»

Το σκέφτηκε ο Μήτρος, το ζύγιασε από δω το ζύγιασε από κει… Θα το πάρω, είπε και γυναίκα δεν θα το πλησιάσει ποτέ…

Το πήρε.

Το πήγε στο χωριό το έβαλε στο ντάμι (στάβλος). Και το μουλάρι όντως ήταν τέλειο και στη δουλειά και στο φορτιό κα παντού. Κι από την πρώτη μέρα ο Μήτρος είπε στη γυναίκα του: «Όπου θες να πας, να πας, μακριά απ΄ το νταμ όμως

Για καιρό η γυναίκα του τον άκουγε και δεν πλησίαζε στο νταμ΄. Κάποτε όμως άρχισε να την τρώει η περιέργεια. «Κάτι κρύβει εκεί ο αθεόφοβος και δεν θέλει να πηγαίνω…» Κι ένα πρωί δεν άντεξε και πήγε στο στάβλο. Μπήκε μέσα κι άρχισε να ψάχνει.

Το μουλάρι ήταν ήρεμο. Το πλησίασε, το χάιδεψε… Με το που πήγε να φύγει όμως, χωρίς να το περιμένει σηκώνει τα πίσω πόδια και την μπουμπουνάει μια κλωτσιά… Σέκος η γυναίκα… Στον τόπο…

Γυρίζει ο Μήτρος, την βρίσκει πεθαμένη στο στάβλο… Μαυροντύθηκε όλο το χωριό…

Την επόμενη μέρα όλοι οι χωριανοί στην κηδεία. Ο Μήτρος με το πένθος στο μπράτσο δεχόταν τα χαμηλόφωνα συλλυπητήρια των χωριανών, όρθιος μπροστά στην πόρτα.

Κάτι παράξενο παρατήρησε ο παπάς: Κάθε φορά που τον πλησίαζε γυναίκα να τον συλλυπηθεί, κουνούσε το κεφάλι καταφατικά … Κάθε φορά που τον πλησίαζε άντρας και τον «συλλυπιόταν» (το κρατάω αναλλοίωτο, όπως το πε), έγνεφε αρνητικά το κεφάλι του…

«Περίεργο» …

Έγινε το «λάμωμα» και στο τέλος εμείναν ο Μήτρος με τον παπά πάνω απ’ το μνήμα…

«Να σε ρωτήσω ωρέ Μήτρο: Το και το είδα στα συλλυπητήρια. Τι ήταν αυτό? Σωστά είδα ή μου φάνηκε?»

«Σωστά είδες παπά μ’»είπε ο Μήτρος…

«Και τι σήμαινε αυτό?» Ρώτησε όλο περιέργεια ο παπάς

«Ε, να…» απάντησε ο Μήτρος: «οι γυναίκες ερχόταν και μ΄έλεγαν: Συλλυπητήρια, να ζήστε να την θυμάστε, ήταν καλή γυναίκα η σχωρεμένη…

Κι εγώ κουνούσα το κεφάλι μου συμφωνώντας…»

«Ε, κι όλοι οι άντρες, τι σ’ έλεγαν, και έγνεφες όχι?» ρώτησε ο παπάς

«Μ’ έλεγαν: συλλυπητήρια, να ζήσς να την θυμάσαι…

...Το πουλάς το μουλάρ??»

 

Share

2009©Kavalacity.net