Εκτύπωση

Στη πυρά...

Συγγραφέας: Τόλης Βουρβουτσιώτης.... Δημοσίευση στη κατηγορία Ο Τόλης Βουρβουτσιώτης γράφει

Σας άρεσε το άρθρο?
(9 ψήφοι, μέση τιμή 5.00 από τα 5 αστέρια)

fotia1989. Λίγο μετά τον Δεκαπενταύγουστο (στις 18 Αυγούστου) ξέσπασε η μεγάλη φωτιά στη Θάσο που κατέκαψε περισσότερα από 70000 στρέμματα.

Ο υποφαινόμενος, δεκαοκτώ χρονών τότε, καθόταν βραδάκι στον Ποσειδώνα (για τους νεότερους: μικρό εντευκτήριο στο φάρο του ΝΟΚ, εκεί πίναμε τα πιο δροσερά τσίπουρα, όσο ζεστά κι αν ήταν τα καλοκαίρια) με δυο φίλους. Στο ραδιόφωνο γίνονται εκκλήσεις από τον Δήμο και τους φορείς του νησιού για εθελοντές, καθώς οι άνεμοι είναι δυνατοί κι η φωτιά εξαπλώνεται ανεξέλεγκτη. Ο παπαγιώργης (Παπαγεωργίου ΙΙΙ) εκτελεί δρομολόγιο στις 10 το βράδυ, για μεταφορά μέσων πυρόσβεσης κι εθελοντών. Αυθόρμητα μας βγήκε. Πήραμε το δρόμο για το λιμάνι και μπήκαμε μέσα. Εφόδια δεν χρειαζόμασταν: το σπίτι στην Καληράχη είχε τα πάντα.

Το πρώτο χαστούκι το τρώμε πριν πατήσουμε το πόδι μας στο νησί.

Με το που ξεκινάει ο Παπαγιώργης, έρχεται ο ναύτης με τα μπλοκάκια για να κόψει εισιτήρια! Στους εθελοντές! Ο αρχικός ψίθυρος έγινε βοή και σε λίγο ξέσπασε καυγάς. Ήταν παράλογο! Ηχεί στ’ αυτιά μου ακόμα η απάντηση του ναύτη: «Και που το ξέρω εγώ ότι πάτε στη φωτιά κι όχι για μπάνιο! Αν έχετε παράπονα, πληρώστε με εμένα, και να πάτε στο Δήμο να τα πάρετε πίσω!»
Εμείς πληρώσαμε…

Φτάνοντας μετά τις 11 στη Σκάλα Πρίνου, ούτε λόγος φυσικά για κάποιο δημόσιο μέσο μεταφοράς. Ένα ταξί και τίποτα άλλο! Εμείς σταθήκαμε τυχεροί αφού ανεβήκαμε στη καρότσα ενός καληραχιώτη και μας πήγε μέχρι το χωριό. Στο πατρικό σπίτι του πατέρα μου αλλάξαμε ρούχα, πήραμε νερό και πετσέτες και, μεσάνυχτα ήδη, τραβήξαμε με τα πόδια κατά το Κλίσμα. Σε μια πλαγιά λίγο μετά τον οικισμό βρήκαμε 2-3 πυροσβεστικά και κατοίκους, και πήγαμε να ενταχτούμε κι εμείς. Το περίεργο βέβαια ήταν ότι κι η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, αλλά και το γεγονός ότι, αν και η φωτιά μαίνονταν πολύ ψηλότερα, στο πευκοδάσος, αυτοί επέλεξαν να κάνουν την «γραμμή άμυνας» πολύ χαμηλά, κι αν και εφόσον θα κατάφερναν να σταματήσουν την φωτιά εκεί θα είχε καεί όλο το πευκόδασος. Σε κανένα 10λεπτο καταλάβαμε ότι δεν ήταν εκεί για το πευκόδασος αλλά για να προστατέψουν τις ελιές των κατοίκων. Κι ίσως ήταν εκεί χωρίς την θέληση τους: αφού περίπου 300 μέτρα ψηλότερα, υπήρχε κλιμάκιο δασοπυροσβεστών από τη Ξάνθη. Μόνοι τους! Σ΄αυτούς κοντά διαλέξαμε να πάμε. Κι ας μας προειδοποίησαν ότι «αυτοί είναι Πομάκοι!»
Πήγαμε!

Ήταν άνθρωποι ριζωμένοι στα δάση. Χωρίς πολλές κουβέντες, και προπάντων χωρίς φωνές και τσιρίδες, συνεννοούνταν με τα μάτια! Το αλυσοπρίονο προέκταση του χεριού, έκοβαν δέντρα, άνοιγαν «κομμούς», έβαζαν «αντιφώτια»… Μέσα στους ανατριχιαστικούς ήχους του πεύκου που καίγεται σε δευτερόλεπτα, από μέσα, σαν πυροτέχνημα, άκουγες ένα-δυο να σιγοτραγουδάνε. Εμάς μας ανέλαβε ένας –μάλλον πιο «υψηλόβαθμος» και μας έβαλε να φυλάμε το χώρο από φλεγόμενες κουκουνάρες που ο άνεμος τις έφερνε από την άλλη πλευρά του κομμού, και να σβήνουμε χρησιμοποιώντας κλαδιά. Ήταν δεν ήταν είκοσι άνθρωποι. Τζάμπα περίμεναν στις ελιές οι υπόλοιποι. Τζάμπα και τα μέσα πυρόσβεσης. Η φωτιά δεν έφτασε ποτέ… Βέβαια, είμαι σίγουρος πως τις κρύες νύχτες του χειμώνα, με μια "πέρδικα" (φαμούς γκρουζέ, για τους γαλλοθρεμμένους...) στο χέρι, πολύς κόσμος θα εξιστορούσε την ανδρεία με την οποία πολέμησε τις φλόγες, και δεν κάηκε ούτε ένα δέντρο, καλή ώρα όπως εγώ. Κι ας μην έβρεξαν θάμνο, κι ας μην έκοψαν κλαρί. Αλλά μαντεύω ότι θα ξεχνούσαν να αναφέρουν τους Πομάκους…

Είχε για τα καλά ξημερώσει Κυριακή, κι ως μικρότερος επιλέχτηκα να πάω να βρω νερό. Φτάνοντας κάτω υπήρχε ένα πυροσβεστικό μόνο και τέσσερεις-πέντε που ξάπλωναν περιμένοντας.

  • «Παλικάρια, τα παιδιά επάνω χρειάζονται νερό πόσιμο, κι ίσως κάτι να φάνε»
  • «Θα ειδοποιήσω από τον ασύρματο να κανονίσουν» λέει ένας ένστολος εν παραλλαγή –υποθέτω εθελοντής- , χωρίς να σηκωθεί από τη θέση του…
  • «Λίγο νερό να τους πάω να πιουν οι άνθρωποι δεν έχετε?»
  • «Εμείς δεν έχουμε! Αν θες, το Πυροσβεστικό, αλλά μπορεί να είναι υφάλμυρο»

Πήρα το δρόμο για Καληράχη. Είχα στο μυαλό μου ότι μπορούσα να κουβαλήσω 5-10 μπουκάλια που θα γέμιζα στο σπίτι, μ’ ένα παλιό ποδήλατο του πατέρα! Φτάνοντας εκεί, κατάλαβα το αυτονόητο. Δεν υπήρχε νερό! Ήταν κομμένο σε όλο το χωριό, κι από ότι μου είπαν στη γειτονιά δεν επρόκειτο να έχει μέχρι το βράδυ. Το εμφιαλωμένο δεν ήταν της μόδας τότε, ούτε και πέρασε από το μυαλό. Αυτό που σκέφτηκα ήταν κάτι πιο απλό! Το χωριό είχε δύο καφετέριες στη πλατεία. Ήταν ήδη περασμένες 11, και λογικά θα ήταν ανοικτές. Τα ψυγεία που είχαν τότε, για όσους θυμούνται, είχαν ενσωματωμένη δεξαμενή νερού για να έχουν συνέχεια κρύο νερό! «Τι στα διάλα», είπα, «θα μου δώσουν»!

Με το παλιό ποδήλατο του πατέρα, μαύρος από τους καπνούς, βρομώντας θάνατο πουρναριών και πεύκων, με τ’ αταίριαστα ρούχα και τα μισά μαλλιά καψαλισμένα, άυπνος και πεινασμένος, μπαίνω στη πλατεία του χωριού: Κι οι δύο καφετέριες φίσκα στο κόσμο, ντυμένοι με τα καλά τους οι περισσότεροι –γιατί είμαστε κι Χριστιανοί και παμι και στν αγκλησ’ά- να πίνουν το παγωμένο τους φραπέ και να συζητάνε μεγαλόφωνα:

«Και τι να μι καν’ ιμένα η απουζημιουσ’! Ικείνου το δέντρου αμπ μ’ έκαψι, διουό τόνοι ιλες μ’εδνι κάθι χρόνου!»

Περνούσα ανάμεσα τους κοιτώντας τους κατάμουτρα, και λίγο χαμηλώναν τη φωνή για να με κοιτάξουν! Μετά συνέχιζαν ακάθεκτοι τον "θρήνο" τους…

  • «Ρε Σοφοκλή (τυχαίο τα’ όνομα), λίγο νερό να πάρω στο βουνό μαζί μου, είκοσι άτομα είναι…»
  • Τόλη μου, θα σ΄έδινα, αλλά το χουν κομμένο και μόνο αυτό έχω, δεν θα με φτάσει για τους καφέδες…

Στη δεύτερη δεν πήγα… Σιχαινόμουν την καταγωγή μου, τον τόπο μου, την ανθρώπινη μου φύση, κι έκανα πολύ καιρό να ξεπεράσω αυτό το συναίσθημα θυμού. Κι έζησα από τότε άπειρους μήνες εκεί, ατέλειωτα καλοκαίρια κι ατέλειωτοι άνθρωποι, Θάσιοι, -με κεφαλαίο και bold- πέρασαν από δίπλα μου φροντίζοντας να αλλάξει αυτό που ρίζωσε σ’ ένα σαββατοκύριακο! Και το "Σαν τη Θάσο δεν έχει" που έχει τώρα ριζώσει μέσα μου, δεν ξεριζώνει με τίποτα!

Γύρισα πίσω, πέρασα από τους «φρουρούς» χωρίς να τους μιλήσω κι ανέβηκα την πλαγιά. Όταν έφτασα στα παιδιά, ένα τζιπ της πυροσβεστικής μοίραζε παγωμένο νερό και ζεστές τυρόπιτες σε όλους. Κάθισα λίγο παραπέρα. Άντε να τους εξηγώ γιατί με πήραν τα κλάματα…

Το κείμενο γράφεται με αφορμή ένα video που κυκλοφορεί στο youtube από τα Σελλά Αχαΐας που οι "άνθρωποι" χορεύουν άσματα-να-τα-κάνει-ο-θεός ενώ η πλαγια από πίσω τους καίγεται...

Share

2009©Kavalacity.net