Εκτύπωση

Λεφτά έχομεν...

Συγγραφέας: Γιάννης Κανάκης.... Δημοσίευση στη κατηγορία Ο Γιάννης Κανάκης γράφει...

Σας άρεσε το άρθρο?
(8 ψήφοι, μέση τιμή 5.00 από τα 5 αστέρια)

mpouzoukiaΑπό καινούργιο πλούσιο κι από παλιά πουτάνα να φοβάσαι, λέγανε οι παλιοί και είχανε απόλυτο δίκιο, αν και αδικούν λίγο την πουτάνα. Οι νεόπλουτοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία διαθέτουν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που καθιστούν έναν άνθρωπο αντιπαθητικό, γλοιώδη και χαμερπή, ενώ παράλληλα ζουν σ' έναν θεοκεντρικό σύμπαν, όπου οι ίδιοι είναι οι θεοί.

Και άντε καλά και σου' κατσε και τα κονόμησες χοντρά και τρελάθηκες, αλλά όσοι οι νεόπλουτοι, άλλοι τόσοι και περισσότεροι οι κατά φαντασίαν πλούσιοι που πιάσανε πέντε φραγκάκια λίγο πάνω από το όριο της φτώχειας κι είναι έτοιμοι να ποζάρουν για εξώφυλλο στο status.

Ο Τζίμης πρώην Μητσάρας, αναβοσβήνει επίμονα τα φώτα της ελαφρώς μεταχειρισμένης Mercedes (9.000euro σκοτωμένη λόγω κρίσης και τεκμηρίων) στον παρκαδόρο του stupid palace (σκυλάδικο παραλιακής). Σταματά το όχημα, το κάνει ένα γύρω όλο καμάρι κοιτάζοντας ποιοί τον κοιτάζουν, ανοίγει τη πόρτα του συνοδηγού τείνει χέρι βοηθείας στην καθήμενη οπότε σκάει μύτη ένας απαστράπτων σκύλακας που σου κόβει την ανάσα με το τιγρέ το φόρεμα, το δωδεκάποντο και πασαλειμμένος με κάνα δίκιλο στόκο και μπογιές (χαρακτηριστική φιγούρα πόρνης του Αλμοδόβαρ).Αφού προσφωνεί μεγαλόφωνα το ντόπερμαν θεά, απευθύνεται με μεγαλύτερη ακόμη ένταση στο παρκαδόρο: «μικρέ τσάκω τα κλειδιά της μέρσας,τσάκω κι αυτό(του βάζει ένα πεντόευρο στη χούφτα) και πρόσεχέ τη μου γιατί με μια πενηνταρού δεν καθαρίζεις» (ανεκτίμητη χρηματιστηριακή αξία η Benz).

Με υποτιμητικό καρδιναλικό ύφος το ζεύγος προσπερνά την ουρά της εισόδου και αυτοαναγγέλλεται: «πες στον Τέρρυ (το αφεντικό του οποίου το όνομα σύμφωνα με κουτσομπολιά βγαίνει απ'το terrible) ότι ήρθε ο Τζίμης με την Σαμάνθα να κανονίσει πρώτο τραπέζι πίστα. Θα περιμένουμε στο μπαρ». Ο πορτιέρης σωσίας του Σχορτσιανίτη μασάει, τους αφήνει να περάσουν και στέλνει να ειδοποιήσουν τον Τέρρυ.

-Ένα σίβας σε χαμηλό και σαμπάνια για την κυρία (η οποία από τη προηγούμενη δουλειά της είναι συνηθισμένη να την κερνάν σαμπάνιες). Μήπως σου βρίσκεται κάνας πουροκόφτης γιατί τον ξέχασα στο κότερο? (alpha hellas του 78 πεντάμετρος σκυλοπνίχτης στο 1,5 χιλιάρικο)

-Φιλαράκι το μόνο που παίζει εδώ μέσα σε κόφτη, είναι ο μπουγαδοκόφτης στη λάντζα αν με πιάνεις!

Σε λιγάκι σκάει μύτη το αφεντικό που φυσικά δεν έχει ιδέα ποιός είναι ο Τζίμης, αλλά δεν γαμείς άμα τα χώνει η κοροϊδούμπα...

-Πού σαι ρε Τζίμη καιρό έχω να σε δω!

-Πού να μαι ρε Τέρρυ, έλειπα στο Ντουμπάι για μπίζνες. Πνίγομαι αυτό το καιρό στα ταξίδια, έχω ένα μόνιμο τζετ λαγκ και δεν λέω να σιάξω!(δεν έχει καν διαβατήριο).

-Τί να κάνεις ρε φίλε, έτσι είναι οι δουλειές. Περιμένετε παρέα ή θα στε τα δυό σας?

-Κάτι μωρέ είπε ο Βαγγέλης ότι θα περνούσε, αλλά δεν ξέρω τί ώρα θα ξεμπλέξει με τον Γκονθάλες (τον Μίτσελ? αυτόν), οπότε μάλλον για τους δυό μας το κόβω!

-Οk! Σάκη τακτοποίησε τα παιδιά μπροστά στη πίστα και για τους φίλους μου θέλω έξτρα περιποίηση (συνθηματικό να τους λυσσάξουνε στη μπόμπα και στο λουλουδικό ώστε η ζημιά να κοστίσει μονομερώς αφού η γάτα την πήρε γραμμή και κάτι τέτοια παιδάκια τα ξηγιέται αλμυρό φιστίκι).

Η ώρα πήγε 12 και η ορχήστρα ξεκινά δειλά-δειλά τα ινστρουμένταλ, οι μουσικοί νωχελικά βγάζουν καραφαλτσάροντας το νυχτοκάματο, μέχρι που βγαίνει ο πρώτος τραγουδιστής με επιλεγμένο «έντεχνο» πρόγραμμα που θα μπορούσε να χε τίτλο: τα παρωχημένα του 70. Και η διάθεση σταδιακά ανεβαίνει καθώς το νοσταλγικό ύφος διαδέχεται το λαϊκότερο δια στόματος Ίρμας (το ίδιο όνομα με το σκυλί μου), ώσπου ξαφνικά, μέσα σε σύννεφα αποπνικτικού τεχνητού καπνού και εκκωφαντικής φασαρίας από την παραπαίουσα ορχήστρα βγαίνει η φίρμα ο Φώτης ο Μεντεσές και ξεκινά ο πόλεμος; λουλούδια, πιάτα, σαλάτες, αναπτήρες εκτοξεύονται πανταχόθεν και κει που συνειρμικά περιμένεις ν' ακούσεις το «γαμιέται ο Πειραιάς», ο Φώτης με μια ματιά ανείπωτης αυταρέσκειας τσιρίζει; «κι αφού το ήξερες δεν ήμουνα παλιόπαιδο, γιατί μου το'φαγες το πατρικό οικόπεδο».

Το μαγαζί σείεται, η πίστα γεμίζει λικνίζουσες άκομψα ντόπιες και κομψότερα αλλοδαπές συνοδούς των πελατών, οι οποίοι με την σειρά τους τις αποθεώνουν ρίπτοντας αντικείμενα και σχόλια αξεπέραστης βαρύτητας, ενώ ο Τζίμης σε μια απονενοημένη προσπάθεια αυτοπροβολής κολλάει στο κούτελο του αρχιμπουζουκτσή που εκτελεί και καθήκοντα μαέστρου ένα εκατόευρο και παραγγέλνει το «τα φράγκα δεν λυπάμαι με σένα όταν κοιμάμαι» ...

Όταν ήρθε ο λογαριασμός κι ο Τζίμης ισχυρίστηκε πως θα πεταχτεί μέχρι το αυτοκίνητο γιατί δεν κρατούσε άλλα ψιλά, του κρατήσανε ενέχυρο τη Σαμάνθα και σαν γύρισε στεγνός, και καλά ότι τα άφησε στο άλλο αυτοκίνητο, ο Σχορτσιανίτης τον χόρτασε κλωτσομπούνι. Ξύλο έφαγε κι άλλες φορές μέχρι που του βγάλανε στα μαγαζιά και παρατσούκλι: ο Τζίμης ο Μπαντάκας, αλλά τί τα θες, που λένε κι οι παλιοί;

«τί να τα κάνεις τα λεφτά άμα δεν έχεις φράγκα?»

Share

2009©Kavalacity.net